Β.Σ.: Σφάζαμε, παραμονή των Χριστουγέννων σφάζαν τα γουρούνια. Και ήταν ομαδική. Δηλαδή εμείς, στα γονικά μου ήταν μετά οι θείοι μου. Δηλαδή σφάζανε και την ημέρα που σφάζανε κάνανε τραπέζια και όποιος έσφαζε το χοίρο του, ήταν να έχει ένα μεζέ, κάτι για να φάνε. Και μετά πάλι την άλλη μέρα τα Χριστούγεννα που τους κόβαμε, τους τεμαχίζαμε κομμάτια, εκεί πια ψήνανε και ερχόταν από τη χώρα ο Ναυπλιώτης, ήτανε του συγχωρεμένου του μπαμπά μου συγγενής, και έφερνε καμιά δεκαριά άτομα και τρώγανε και πίνανε ψητά, κοκκινιστά, βραστά, το χοιρινό. Και αυτές ήταν οι διασκεδάσεις μας τότες αυτά.

Ι.Μ.: Και είχανε μεγάλες σκάφες και κόβανε το κρέας και το βάζανε μέσα.

Β.Σ.: Και το υπόλοιπο το αλατίζανε. Το κάνανε παστά γιατί δεν είχανε τότε τους καταψύκτες και ψυγεία. Και τα κάνανε παστά και μετά η μάνα μας ήθελε να βγάλει το παστό που το είχε στο κιούπι και να το βάλει στο νερό κάνα δυο μέρες να γλυκάνει για να το μαγειρέψει.

Ι.Μ.: Και εφτιάχνανε και το γλυνερό που λένε. Την μεθεπόμενη που σφάζαμε τα κρέατα, την άλλη μέρα, βράζαμε με μεγάλα καζάνια το κρέας με πολύ αλάτι μέσα. 

Β.Σ.: Όχι. Συγγνώμη που σε διακόπτω. Το παστό δεν είχε νερό και μετά το βράζανε. Ύστερα από 40 μέρες ξέρω ‘γω;

Ι.Μ.: Και το βάζανε στα κιούπια και το είχαν όλο το χρόνο. Τα είχαν όλο το χρόνο αυτά τα κιούπια με το κρέας και ήταν ας πούμε το φαγητό τους στο χωράφι, στο σπίτι.

Β.Σ.: Ναι. Τηγανίζανε. Από κάτω κάνανε ομελέτα με ντομάτα το καλοκαίρι. Ή και στο γιαχνί βάζανε πατάτες και…

Ι.Μ.: Και το κρέας. Θυμάμαι που είχα μια προγιαγιά και ήταν πάρα πολύ ελεήμονη. Και τη μέρα που κόβανε τα γουρούνια, την άλλη μέρα, φορούσε μια μεγάλη ποδιά γιατί ο παππούς ο καημένος ήτανε καλός λέει αλλά είχε πολλά παιδόγγονα και δεν του περισσεύανε. Η γιαγιά όμως, όπως έκοβε ο παππούς, έκανε έτσι το κρέας και το έβαζε κάτω στην ποδιά και μόλις ερχόταν ο ζητιάνος του το ‘δινε. Του το ‘δινε. Και της έλεγε ο παππούς «Κακομήτσα, δεν θα έχουμε να φάμε;» Ναι και το ‘δινε η γιαγιά, το ‘δινε συνέχεια.

[….]

Β.Σ.: Το χοιρινό κάναμε προβάτσες και πηγαίναμε στον κάμπο, στο χωράφι και ψάχναμε προβάτσες, χόρτο δηλαδή.

Ι.Μ.: Χόρτο είναι. Το σταμνάγκαθο είναι

Β.Σ.: Και βάζανε οι γονείς μας και μας μαγειρεύανε και κάνανε και αματιές. Τ΄ άντερα του χοίρου τα φουσκώνανε και τα στεγνώνανε και τα κάνανε λουκάνικα. Και τις αματιές που ήτανε μεγάλες, αυτές τις γεμίζανε μπατούδο. Και βάλανε σταφίδες, ρύζι, άνηθο, κρεμμύδι και τα καβουρδίζανε και τα βράζανε και γεμίζανε τα άντερα. Και άμα ήθελαν να κάνουν τα προβατιστά, η συγχωρεμένη η μάνα μου, έβαζε και τις αματιές μέσα και βράζανε και μας έβαζε στο τραπέζι. Τα λουκάνικα πάλι, κόβαμε κρέας του χοίρου, τα ψαχνά δηλαδή και τώρα πάμε και τα παίρνουμε έτοιμα. Ετότε όμως τα στεγνώναμε τα άντερα και ήθελε να πιάσουμε με το χέρι να γεμίσεις όλα τα άντερα. Είχαμε ένα χωνάκι και γεμίζαμε τα άντερα όλα και τα στεγνώναμε και μας τα τηγανίζαν οι μανάδες μας και τα τρώγαμε. Με αυγά. Αυτά. Ήτανε πολύ ωραία. Κάναμε εμείς τότε τα τοπικά μας δηλαδή.