– Πώς ανάβατε τη φωτιά;

 

-Φωτιές; Με τα σπίρτα ανάβαμε φωτιές.  Δεν είχαμε ηλεκτρική κουζίνα  για να ψήσουμε.  Στην εξοχή, σε κάθε εξοχική οικία έξω υπήρχε ένας φούρνος.  Μαγειρείο το λέγαμε.  Έχετε δει; Έτσι στρογγυλά;  Φούρνος όπως τώρα τα μπάρμπεκιου, που κάνουνε;  Τον οποίο φούρνο τον καίγαμε με κλάρες.  Με ξυλάκια λεπτά, τα λέγαμε κλαράκια, διάφορα ξυλάκια μικρά.  Τον καίγαμε και αφού είχε καεί πια πολύ, τα βγάζαμε έξω τα κάρβουνα και βάζαμε το ταψί ή υπήρχε ένα φτυάρι και  βάζαμε το ψωμί.  Το έκανε έτσι γιαγιά μου.  Γιατί δεν υπήρχαν φούρνοι  και ζυμώνανε ψωμί. Ζυμώνανε οι γυναίκες. Η κάθε  νοικοκυρά ζύμωνε στο σπίτι της για την οικογένειά της.  Και τα βάζαμε μέσα στο φούρνο, τα κλείναμε με ένα καπάκι απ’ έξω και ψηνότανε το ψωμί, παιδιά.  Και υπήρχανε και φούρνοι, τρεις-τέσσερις, που καίγανε.  Ο φούρναρης έκαιγε με τα ξύλα το φούρνο και πήγαινες εσύ που δεν είχες φούρνο εδώ, μέσα στην πόλη και τα πηγαίναμε στο φούρνο τα ψωμιά. Ενώ στην εξοχή τα ψήναμε μόνοι μας, στο δικό μας φούρνο. Έξω στο καλύβι.