Τότε πιστεύανε στα φαντάσματα. Είχε εδώ πέρα –που πας στους Κάτω Γύρους- ένα δέντρο, κερατιά και ήτανε κάποιου Αγγέλου. Και λέει εκεί σφαντάζει. Kαι περνάγανε από εκεί οι μικροί που ερχόντουσαν από το σχολείο και πηγαίνανε να… Τα φαντάσματα. Είχε λέει Αναράες. […] Αλλά αυτές ήταν ιδέες. Εγώ προσωπικά μια φορά παραλίγο να το πιστέψω και ήμουνα και μεγάλος! 17 χρονών. Αλλά ίσχυε αυτό το… Είχα πάει στο ψάρεμα στο Παλιόκαστρο και μετά σκοτεινιάστηκα. Και όταν πέρναγα από εκεί –το νεκροταφείο ήτανε στην Αγία Σοφία, δεν ήτανε εδώ και έχει τοίχο γύρω γύρω. Όπως ερχόμουνα, έβλεπα πάνω από τον τοίχο ένα καπέλο του παπά και πηγαινοερχότανε. Δεν έβλεπα τον παπά γιατί ήταν ο τοίχος, το καπέλο έβλεπα. Εγώ εσταμάτησα εκεί και δεν προχωρούσα. Κοίταγα το καπέλο. Αυτό πηγαινοερχότανε πέρα δώθε στα μνήματα όπως είδα μετά. Ε, η ώρα πέρναγε, λέω «Τι θα κάνουμε τώρα εδώ;» Βάζω στον ώμο το καλάμι και το βάζω στα πόδια με εκατό! Ναι, αλλά όταν προσπέρασα 100-200 μέτρα λέω: «Τι θα λέω τώρα, ότι είδα φάντασμα;» Ξαναγυρίζω πίσω. Πάω σιγά-σιγά, κοιτάω μέσα και βλέπω τον παπά. Ήταν πολύ οι ιδέες… Ότι είδα το φάντασμα. Φαντάσματα δεν υπάρχουν, ούτε Αναράες, ούτε υπήρχαν. Απλώς ήταν ο κόσμος αγαθός τότε και πίστευε σε πολλά πράγματα. Τώρα ο κόσμος έχει ξυπνήσει. Δεν πιστεύει τέτοια πράγματα.