Το γιορτάζαμε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο με μια μεγάλη διαφορά και δε θέλω να θίξω τίποτα που να έχει σχέση με τον τουρισμό σήμερα. Επειδή δεν είχε πολύ κόσμο, αυτά που κάναμε εμείς, είχανε περισσότερη ουσία. Τώρα μοιάζουνε λιγάκι με πανηγύρι, δηλαδή είχαμε ακριβώς τα ίδια έθιμα, δεν έχει αλλάξει τίποτα από τα έθιμα. Σαν παιδιά, μας ενδιέφερε να τρέξουμε, να βγάλουμε τον επιτάφιο, να αλλάξουμε τη στολή του σχολείου και να βάλουμε των προσκόπων. Εάν κάποιος ήτανε ναυτοπρόσκοπος ή ναυτοπροσκοπίνα, όπως παραδείγματος χάρη εγώ ξεκίναγα να βγάζω έναν επιτάφιο στις 3 το μεσημέρι και μέχρι το βράδυ τρέχαμε στους επιταφίους. 

Ένα πράγμα που δεν έχει αλλάξει καθόλου και που είναι πολύ σημαντικό για την Κέρκυρα είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα έθιμα και επαναλαμβάνονται τα έθιμα που αφορά τη μουσική και το πώς παιζότανε ο Αμλέτος και πώς βγάζανε τις λιτανείες τους όλες αυτές οι εκκλησίες όπου έχουμε στην πόλη της Κέρκυρας, γιατί έχουμε πάρα πολλές εκκλησίες. Αυτά είναι τα έθιμα της πόλης. Παρόμοια ήταν και τα έθιμα των χωριών με πολύ μεγαλύτερη γραφικότητα βέβαια, διότι είχανε κι αυτά τη μουσική τους και την εικόνα την οποία βγάζανε… 

Η διαφορά στα έθιμα είναι ότι κάναμε την πρώτη Ανάσταση το Μέγα Σάββατο το πρωί και μετά τρώγαμε, μετά που πέφτανε τα κανάτια, σφάζανε τα αρνιά με πολύ άσχημο τρόπο –εντός εισαγωγικών το άσχημο γιατί αυτό ήταν το έθιμο-. Στο Μαντούκι ασπρίζαν τα σπίτια και τρώγανε το πρωί το συκώτι από το αρνί. Το μεσημέρι δεν τρώγανε και μετά κάνανε πάντα όλοι μαζί την Ανάσταση στην πόλη της Κέρκυρας, παλιά γινότανε μέσα στο Φρούριο αλλά επειδή ήτανε πολύς ο κόσμος και στην έξοδο φοβόνταναι μην καεί κανείς με τα κεριά-γιατί αρπάζουν τα μαλλιά πολύ εύκολα-, το κάνανε στην κάτω πλατεία. Τα έθιμα είναι τα ίδια. Εγώ τώρα δεν κατεβαίνω από το σπίτι μου το Πάσχα, διότι γίνεται πολύ τουριστικό όλο αυτό και με στεναχωρεί λίγο.