Είχατε σούπερ μάρκετ;  Από πού ψωνίζατε;

Σούπερ μάρκετ με τη μορφή τη σημερινή δεν είχαμε, είχαμε όμως μπακάλικα. Είχαμε 5-6 μπακάλικα μέσα στην πόλη. Και ο πατέρας μου είχε μπακάλικο και τα χωριά είχαν μικρά μπακαλικάκια. Τα μπακαλικάκια των χωριών ήταν ένα με το καφενείο. Δηλαδή κατέβαιναν οι άνθρωποι κάτω, από τα μεγάλα μπακάλικα έπαιρναν: κονσέρβες, ζάχαρη, λίγο ρύζι… Όσπρια είχαν οι άνθρωποι γιατί ήταν γεωργοί ως επί το πλείστον οι άνθρωποι των χωριών και είχαν όσπρια στο σπίτι τους. Όποιος πήγαινε εκεί πέρα και ξεχνούσε ότι θέλει λίγη ζάχαρη, ένα πακετάκι καφέ, το έπαιρναν από αυτό το μπακάλικο του χωριού. (…) 

Πώς περνούσατε τον ελεύθερό σας χρόνο;

Δεν μπορώ να πω, παίζαμε κιόλας αλλά όπως σας είπα ο πατέρας μου είχε μπακάλικο. Πήγαινα λοιπόν εγώ εκεί για να κρατήσω το μπακάλικο μόνη μου καμιά ώρα, για να πάει εκείνος στην αποθήκη να βγάλει λάδι, ρύζια, ζάχαρη να φέρει στο μπακάλικο, μία απόσταση 30-50 μέτρων, έπρεπε να μείνω εγώ εκεί. Αυτή η ηλικία που σας διηγούμαι ήταν μετά τα 8 μου χρόνια, 8-9 χρονών. Ήξερα όμως να δίνω τα πιο απλά. Είχε και την τιμή απάνω και έδινα. Να βάλω ζάχαρη, να βάλω ρύζι… Και τότε, εκείνα τα χρόνια έχω την εντύπωση, πρέπει να ήταν οκάδες, όχι κιλά που έχουμε τώρα. Αλλά παίζαμε κιόλας, παίζαμε. Είχαμε τις ελεύθερες ώρες μας, ο μπαμπάς μου δηλαδή δεν με είχε συνέχεια στο μαγαζί. Μετά θα πήγαινα στο σπίτι, θα διάβαζα. Μετά είχαμε και τις ξένες γλώσσες, πήγαινα και στα αγγλικά. Αργότερα στο γυμνάσιο ήταν άλλες οι δραστηριότητες. (…)

Οι συσκευασίες τώρα είναι πακετάκια έτοιμα: ½ κιλό, 1 κιλό, 2 κιλά… Τότε τα τρόφιμα ερχότανε μέσα σε μεγάλα σακιά, δηλαδή 1 σακί, 20-30 κιλά ρύζι. Ο κάθε έμπορος, ο κάθε μπακάλης δεν το είχε έτσι. Είχε ειδικές θήκες και το έβαζε λίγο-λίγο μέσα και εγώ άνοιγα τη θήκη αυτή, είχε σακουλίτσες χάρτινες, σαν αυτά που βάζουν τώρα τους λουκουμάδες με τη ζάχαρη, τα κουλουράκια που παίρνουμε από το φούρνο. Και μου έλεγαν: 200 γραμμάρια ή 150 δράμια, -μου έλεγε ο πελάτης- ζάχαρη ή ρύζι ή κοφτό μακαρόνι, όλα τα πράγματα ήτανε χύμα, δηλαδή ερχότανε σε μεγάλα τσουβάλια, σακιά. Μετά από εκεί, από το ’60 και μετά, άρχισαν δειλά-δειλά να έρχονται και οι συσκευασίες. Όπως και τα μακαρόνια ήταν χύμα τότε, ήτανε σε σακούλες των 5 κιλών. Σιγά-σιγά αυτά εξαφανιζόνταν, έφευγαν από τη ζωή μας και έμεναν τα πακέτα όπως τα παίρνουμε τώρα από το σούπερ μάρκετ.