Παίζαμε στις γειτονιές.  Παίζαμε κυνηγητό, κρυφτό, αυτά τα παιχνιδάκια παίζαμε.  Το μαντήλι, που το κρατούσαμε. Ποιος να το πιάσει, να βγει πρώτος.  Το κρατούσε ένας και ήταν δέκα παιδιά από δω, δέκα από κει για να βγουν οι δύο πρώτοι.  Καμία ιστορία λέγαμε μεταξύ μας, με το μυαλό μας ιστορίες.  Κάναμε εμείς οι κοπέλες τις κουμπάρες.  Αυτό ήταν το κάτι άλλο!  Παίρναμε μία πέτρα… Εντωμεταξύ δεν είχαμε κούκλες.  Και παίρναμε ένα ύφασμα,  το διπλώναμε, περνούσαμε ένα ξύλο, ότι ήταν τα χέρια, και από κάτω το τυλίγαμε και ήτανε κούκλα.  Έχω γεμίσει το σπίτι μου κούκλες τώρα. Μου λείψανε.  Και παίζαμε κουμπάρες.  Πιάναμε τότε μία πέτρα,  την πήγαμε και έλεγε «Κουμπάρα χτύπησε την καμπάνα να πάμε στην εκκλησία». «Έρχομαι κουμπάρα» (Γελάει).  Αυτό δεν θα το ξεχάσω.  Χαιρόμασταν. Την ντύναμε με κάτι παλιά ρούχα. Και ένα ξύλο, το βάζαμε στην τρύπα στην πεζούλα, ανάβαμε το κερί και φιλούσαμε τις πέτρες.  Πώς να περάσει η ώρα;  ‘Ηταν πολύ ωραίο όμως αυτό το παιχνιδάκι.  Πηγαίναμε στα πευκάκια και πιάναμε τα πευκόφυλλα αυτά, τα κάναμε δωμάτια αυτά και κάναμε και σκαλιά. Πηγαίναμε με τα τακούνια, με τις μύτες ότι και καλά είχαμε τακούνια.  Ανεβαίναμε δήθεν το σκαλάκι να πάμε στο σπίτι.  Εντωμεταξύ χωρίζαμε ένα δήθεν μαγαζί με τα πευκόφυλλα  και βάζαμε μέσα σποράκια κίτρινα από τα πεύκα.  Ότι και καλά είχαμε και πουλούσαμε ρύζι.  Και τα πευκαρούλια ήταν τα μακαρόνια.