Ο πατέρας μου ήτανε ο πρώτος αγγειοπλάστης στη Σκόπελο. Αυτός έκανε τα πάντα. Ο πατέρας μου έκανε τη φουφού, το μαγκάλι. Δεν είχε καλοριφέρ, ούτε και σόμπες. Ήτανε με ξύλα.  Ήτανε πήλινο το μαγκάλι, από λάσπη. Και βάζανε κάρβουνα, τα ανάβανε και καθόντουσαν τα παιδάκια.  Εμείς ήμαστε επτά παιδιά και δύο η μάνα μου και ο πατέρας μου, εννιά, και μία η γιαγιά μου, δέκα!  Και καθόμασταν γύρω γύρω από ένα μαγκάλι.  Δεν είχαμε τίποτα άλλο.  Δοχείο για να κουβαλήσουμε το νερό, ο πατέρας μου το έκανε.  Ποτήρια δεν υπήρχαν, πολλοί λίγοι είχανε ποτήρια. Υπήρχε μια κανάτα στο τραπέζι την ώρα που τρώγαμε, δέκα άτομα.  Υπήρχε μία κανάτα με νερό, δύο κιλά, και από αυτή την κανάτα πίναμε και οι δέκα. Πήλινη.