Τα παιχνίδια που παίζαμε ήταν στο σχολείο, γιατί το σχολείο είναι ακριβώς κάτω εδώ. Είχε μια μεγάλη αυλή η εκκλησία, γυρίζαμε γύρω-γύρω στην εκκλησία. Άμα ήτανε κρύο, παίζαμε κυνηγητό για να ζεσταθούμε  -που βγαίναμε διάλλειμα. Τα παιχνίδια μας ήτανε: «το παστέλι», κουτσό, που παίζαμε: ήταν οι πλάκες χωρισμένες όπως είναι η αυλή στρωμένη, όπως είναι τα πλακάκια και λέγανε «1 η πρώτη, 2,3,4 πατείς!», το πέμπτο πατούσαμε με το κουτσό. Σπρώχνανε μια πετρούλα και άμα πήγαινε στου αλλουνού απάνω, έχανε αυτή που έπιανε το κουτσό και έπιανε η άλλη. «Πατείς, κόραξ, μελίς και μάνα», ήτανε το παστέλι.

«Πατείς- που πατούσαμε γη- κόραξ, μελίς και μάνα. Παίζαμε « τη μακριά γαϊδούρα», τα αγόρια, παίζαμε « το λουρί της μάμας», παίζαμε…

Η «μακριά γαϊδούρα» ήτανε.. έσκυβε ο πρώτος, έβαζε ο άλλος το κεφάλι μες στα πόδια- 4 ή 5 το παίζαμε αυτό- και γινότανε σειρά-σειρά και έπαιρνε φόρα η άλλη ομάδα και καβαλούσε στην πλάτη, έπρεπε να καβαλήσεις τον πρώτο για να χωρέσουν και οι άλλοι. Όταν όμως έπεφτε και πατούσε, έχανε η ομάδα και καθότανε η άλλη κάτω. «Το λουρί της μάνας»: πιανόμαστε 4-5 αγκαλιά, σκύβαμε όλοι τα κεφάλια και με ένα λουρί γύριζε ο άλλος γύρω-γύρω, με το λουρί. Όποιος ζύγωνε και δεν πρόφταινε να πηδήσει, να καβαλήσει απάνω στα παιδιά, έτρωγε λουριές. Και αν πατούσε, αν έπεφτε, έχανε η ομάδα του και καθότανε η άλλη πάλι κάτω και ήταν αυτό «το λουρί της μάνας». Οι δε «ομάδες», ήτανε πέντε πετρούλες στρογγυλές, -δηλαδή στο μέγεθος «αυτό», δέκα πόντους, στρογγυλές- που τις βάζανε η μία πάνω στην άλλη και την χτίζανε. Ρίχνανε, λοιπόν, «μπάστακα». Ο «μπάστακας» ήτανε… από εκεί που ήτανε οι πέτρες στην αρχή, δηλαδή οι πέτρες πρέπει να ήτανε γύρω στα 4-4,5 μέτρα μακριά. Τον μπάστακα τον ρίχνανε με τις ομάδες που κρατούσε ο καθένας, μία πέτρα στο χέρι τέτοια- πέτρα ή μάρμαρο-, έπρεπε να πάει πιο κοντά και εκείνος που πήγαινε πιο κοντά έριχνε πρώτος και αυτοί που μένανε πιο πίσω, μένανε με τη σειρά: δηλαδή 1ος, 2ος, 3ος να μπει… Έπρεπε λοιπόν να σημαδέψει, να ρίξει-να γκρεμίσει τα πετραδάκια μετά. Αυτός όμως που ήτανε τελευταίος, πήγαινε και τα φύλαγε τα πετραδάκια και έπρεπε με το που θα τα γκρέμιζε, να προφτάσει να τα χτίσει και να τον πιάσει αυτόν που πήγαινε να πάρει την ομάδα του από εκεί. Αυτές ήτανε τα παιχνίδια μας. Καλά εντάξει, είχε κι άλλα παιχνίδια που παίζαμε… Το «μπιζ» που παίζαμε, καθόταν ένας κάτω και έβαζε το χέρι του «εδώ» και το άλλο φύλαγε «εδώ», να μη βλέπει ποιος βαράει. Πηγαίνανε από πίσω και βάραγε και έλεγε: «Ο Κώστας!», «ο Γιάννης!», έπρεπε να τον βρει. Αν τον έβρισκε καθόταν ο άλλος κάτω και έτρωγε το ξύλο της χρονιά. Τώρα δεν ξέρω κατά πόσο καταλάβατε, έτσι ήταν τα παιχνίδια μας. Είχε κι άλλα παιχνίδια βέβαια, «Δωσ’ μου φωτιά», από γωνιά σε γωνιά και πήγαινε και ζήταγε ο ένας στον άλλο φωτιά και βγαίνανε στη μέση. Άμα πρόφταινε και του ‘παιρνε τη γωνία ο άλλος, έμενε ο άλλος στη μέση και γύρευε φωτιά. Αυτά ήταν του σχολείου τα παιχνίδια όλα. Οι «ομάδες» που σας λέω όμως, τις παίζανε τα σαββατοκύριακα, που δεν είχε… Μαζευότανε στην πλατεία, σε ένα μέρος ανοιχτό και παίζανε «ομάδες», δεν παίζανε «ομάδες» στο σχολείο, όχι. Και τα μεγάλα παιδιά παίζανε τη «μακριά γαϊδούρα», «το λουρί της μάνας», αυτά τα μεγάλα παιδιά. Τα πιο μικρά να παίξουν «δωσ’ μου φωτιά», «κυνηγητό», «κρυφτό»…