Πώς ήταν τα βιβλία σας;

-Τα βιβλία μας. Α, τα βιβλία μας ήτανε… Αυτό ήταν επί Χούντας. Ήταν επί Χούντας. Αυτό το βιβλίο που βλέπετε ήτανε το αναγνωστικό της τετάρτης. Το αναγνωστικό είναι αυτό που λέτε σήμερα το βιβλίο της γλώσσας. Αυτό ήταν. Αυτό είναι της τετάρτης. Κοιτάξτε πως ήταν τα γράμματα, μικρά, και τα διαβάζαμε. 

Είναι πολύ παλιό.

-Είναι πολύ παλιό, ναι. Και στα μικρά σχολεία, τη μία χρονιά η τρίτη έκανε τα μαθήματα της τετάρτης και την άλλη χρονιά όταν ήταν στην τετάρτη κάνανε της τρίτης. Οπότε αυτό το βιβλίο μπορεί να το έκανε και η τρίτη. Και θα σας διαβάσω ένα. […] «Η ιστορία και τα κατορθώματα διαφόρων όνων». Οι όνοι τί ήτανε; Τί είναι; Ξέρει κανένας;

Όχι.

– Το γαϊδουράκι. «Ἕνας ὄνος ἤκουσε τὸν τζίτζικαν νὰ τραγουδῇ καὶ τόσον τοῦ ἤρεσε, ὥστε ἐλησμόνησε τί φωνὴν ἔχει ὁ ἴδιος καὶ ἐνόμισε διὰ τοῦτο, ὅτι ἠμπορεῖ καὶ αὐτὸς νὰ γίνῃ θαυμάσιος τραγουδιστής. Μόλις ὅμως ἤρχισε τοὺς ὀγκανισμούς του, τὰ τζιτζίκια ἐσιὼπησαν ἀπὸ φόβον. Ἐσιώπησαν νικημένα! εἶπεν ὁ ὄνος. Ὅπως σιωποῦν καὶ τὰ ἄλλα πουλιά, ὅταν τὸ ἀηδόνι ἀρχίζῃ νὰ ψάλλῃ, τὸν εἰρωνεύθη μία ἀλεποῦ, ποὺ ἔτυχε νὰ διέρχεται ἐκεῖ κοντά.» 

[…] Το είδατε παιδιά πως ήτανε γραμμένο ε; Και τι σημαδάκια έχει, άλλα πάνω, οι λέξεις τελείως διαφορετικές. Λοιπόν παιδιά, τα βιβλία ήτανε… Για εσάς αν το δίνανε, θα ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Εγώ στην τρίτη τάξη που ήμουνα έκανα αυτό το βιβλίο και τα διάβαζα. Τα βιβλία τότε δεν μας τα έδιναν το σχολείο. Τα αγοράζαμε όλα. […] Τότε τα βιβλία δεν μας τα έδινε το σχολείο. Τα αγοράζαμε. Και όποιο παιδάκι δεν είχε χρήματα ο πατέρας του, δεν είχε βιβλία. Και τα μάθαινε από ό,τι έλεγε η δασκάλα ή ο δάσκαλος στο σχολειό. Ή έπαιρνε το βιβλίο του συμμαθητή του και τα έγραφε ό,τι έγραφε το βιβλίο στο τετράδιό του και διάβαζε.

Άμα ήτανε μεγάλο κείμενο; Το έγραφε;

– Το έγραφε, τι να κάνει; Ή τα διάβαζε. Ή πήγαινε με το συμμαθητή του να διαβάσει στο σπίτι μαζί. Δεν είχαν τότε.

Τετράδια;

– Τετράδια, στην πρώτη τάξη δεν είχαμε τετράδιο. Είχαμε την πλάκα. Ήταν ένα σα μικρός πίνακας, η πρώτη τάξη, που εγράφαμε, το σβήναμε με ένα σφουγγαράκι και το ξαναχρησιμοποιούσαμε ξανά την άλλη μέρα.

Ήτανε μαύρο και ήτανε σαν στρογγυλό και το γράφατε από πάνω διάφορα χρώματα, είχατε ένα πορτοκαλί έτσι σφουγγαράκι και το σβήνατε. 

– Και το σβήνανε. ναι.

Το ‘χω κι εγώ στη γιαγιά μου.

– Α, το ‘χει; Α, μπράβο, ωραία. Οι άλλες τάξεις είχανε τετράδια. Όχι πολλά. Η Δευτέρα είχε μόνο αριθμητικής, ορθογραφίας και γραφής, αντιγραφής. Αριθμητική, τα μαθηματικά που λέμε, ορθογραφία που γράφανε και αντιγραφή. Ναι. […]

Με τί γράφατε σε αυτά τα τετράδια;

– Με το πενάκι και με το μελάνι. Βουτούσαμε, είχαμε ένα μελανοδοχείο, ένα μπουκαλάκι που είχε μελάνι και βουτάγαμε μέσα ένα σα στυλό και γράφαμε. Και αυτό αν δεν προσέχαμε έτρεχε πάνω στο τετράδιο και μετά παίρναμε ένα χαρτί και το βάναμε πάνω για να στεγνώσει. Το στυπόχαρτο το λέγαμε. Να το.