– Πόσες ώρες πηγαίνατε τότε σχολείο;
– Πηγαίναμε τότε και πρωί και απόγευμα. Επειδή τότε δεν υπήρχαν ούτε ρολόγια, ούτε κινητά, τίποτε. Ήταν αυτή εδώ πάνω στην Παναγία Φανερωμένη, η καμπάνα. Είχαμε στο σχολείο, μία επιστάτρια, έτσι λεγότανε, που φρόντιζε την καθαριότητα και για τα παιδιά να ανοίγει να κλείνει την πόρτα κτλ. Αυτή λοιπόν ήταν υπεύθυνη και πήγαινε και χτυπούσε την καμπάνα. Το πρωί λοιπόν 8 η ώρα «νταν νταν νταν νταν». Ακούγανε τα παιδάκια σε όλες τις γειτονιές, γιατί ακούγεται σε όλη τη Σκόπελο αυτή η καμπάνα, και πηγαίνανε στο σχολείο.
Το μεσημέρι 12 η ώρα σχολάγαμε. Στις 2 η ώρα, πάλι η καμπάνα «νταν νταν νταν νταν». Σαν να μας λέγανε «παιδιά, ώρα για το σχολείο». Πηγαίναμε στο σχολείο. Κάναμε τότε και πρωί και απόγευμα. Και για τη θέρμανση, τώρα έχετε καλοριφέρ κτλ μέσα. Τότε εμείς δεν είχαμε καλοριφέρ. Είχαμε σόμπες με ξύλα. Και για να ζεσταινόμαστε, κάθε παιδί πήγαινε κάθε πρωί, έπαιρνε ένα ξύλο και πήγαινε στο σχολείο. Και η επιστάτρια ήτανε στην πόρτα και κοίταζε αν φέρνανε τα παιδιά ξύλα. Για να τα κόψουν, να τα βάλουν στη σόμπα να ζεσταθούνε. Και αυτοί που ήταν πλούσιοι, για να μην πηγαίνουν τα παιδιά τους κάθε μέρα από ένα ξύλο, πλήρωναν κάποιον ξυλοκόπο και πήγαινε ένα φορτίο αυτός, ένα φόρτωμα με το ζώο για όλη τη χρονιά, για να μην πηγαίνει το παιδί κάθε μέρα.