Να ρωτήσω; Το καθένα από σας έχει ένα δωμάτιο μόνο του; Το κρεβάτι του, το δωμάτιό του; Ναι. Λοιπόν εμείς η οικογένειά μου ήταν τέσσερα παιδιά. Δύο αγόρια, δύο κορίτσια. Και είχαμε ένα κρεβάτι διπλό και κοιμόμασταν και τα τέσσερα πάνω. Και πολλές φορές μαλώναμε σαν κι εσάς, άλλες φορές αγαπιόμασταν. Δεν ξέρω. Δεν ήταν έτσι μόνο η δική μας η ζωή αλλά σε όλα τα σπίτια. Δεν είχανε ξεχωριστά δωμάτια. Ένα δωμάτιο για όλα τα παιδιά. 

Τις νύχτες. Τις νύχτες καθόμασταν, είχαμε μια γιαγιά από άλλο σπίτι ή τη δική μας και μας μάζευε όλα τα παιδάκια της γειτονιάς και μας έλεγε ιστορίες. Και καθόμασταν και ακούγαμε. Μπορεί να ήταν αληθινές, μπορεί να ήταν και ψέματα αλλά ήταν ωραία, ήξερε. Μας έλεγε πολλές ιστορίες για τα παλιά. Πως περνούσανε κι εκείνοι και περιμέναμε. Και ήτανε ιστορίες που δεν τέλειωναν ποτέ μα ποτέ! Πάντα έλεγε κάτι. Πάντα ήξερε μια ιστορία και μας κράταγε τα βράδια.

Θυμάστε κάποια ιστορία;

Μας έλεγε πολλά πράγματα. Μας έλεγε για εκείνες τις εποχές, πως περνούσανε κι εκείνοι, που ήτανε ακόμα πιο δύσκολα ακόμα γι’ αυτούς. Η γιαγιά μου ήταν από ένα χωριό εδώ της Ρόδου, τη Λίνδο. Που δεν είχανε βρύσες στα σπίτια τους. Αλλά ήτανε πολύ δύσκολο να φέρουν το νερό και είχανε μια βρύση μόνο στην πλατεία και είχανε κάτι στάμνες. Μάλιστα τα παλιά τα χρόνια τις λέγανε σουρές. Δεν ξέρω γιατί τις λέγανε σουρές. Που η κάθε κοπέλα για να δει το αγόρι της που της άρεσε έλεγε: «Μαμά, πάω να φέρω νερό». Και έβαζε τη σουρά εδώ στον ώμο και πήγαινε και ήταν όλες στη σειρά. Τη λέγαμε κρήνη και περιμέναμε να γεμίσει η κάθε μια, να πει τα δικά της, να γεμίσει νερό. Κι εγώ το έζησα αυτό. Όταν πήγαινα στο χωριό, η θεία μου, η γιαγιά μου δεν με άφηνε να βγαίνω έξω. Και της έλεγα: «Γιαγιά, εγώ είμαι από τη Ρόδο. Ας πάω να μαζέψω, να σου φέρω κι εγώ νερό». Για να βγω. «Όχι. Έχουμε νερό». Θέλω να πω πως ήτανε τότε ήτανε καλά. Για μένα ήταν πιο καλά τότε. Γιατί ο κόσμος σε αγαπούσε αγνά, σου μιλούσε για σένα. Τώρα φοβάσαι.