Ι.Μ.: Καταρχήν τα σπίτια μας δεν είχανε τουαλέτα. Το πρώτο και το κύριο. Δεν είχαμε νερό. Πηγαίναμε στα πηγάδια και πλέναμε τα ρούχα μας και φέρναμε και νερό. Και κάποτε είχαμε ένα πάρα πολύ καλό γιατρό στο χωριό μας και έκανε χρέη και χειρούργου και παθολόγου και ερχόταν στην εκκλησία και μας μίλαγε και μας έλεγε: «Το πρώτο και το κύριο είναι να κάνετε τουαλέτα στα σπίτια σας». Και ο κόσμος γέλαγε και κορόιδευε. «Να κάνετε μπάνιο στη θάλασσα, να προσέχετε την καθαριότητα». Αλλά ο κόσμος δεν τα τηρούσε αυτά. Προτιμούσε μετά, με τα χρόνια ο κόσμος που εξευγενίστηκε, προτιμούσαν να κάνουν ένα ωραίο σαλόνι, μια ωραία αυλή, αλλά όχι τουαλέτες. Και το νερό άργησε να έρθει και το ρεύμα. Θυμάμαι τον πατέρα μου, ενώ ήμασταν φτωχοί, ήταν από τους πρώτους που έβαλε το ρεύμα στο σπίτι μας. Αλλά είμαστε σε αυτά καθυστερημένοι.

Β.Σ.: Το σπίτι μας ήτανε παλαιό, τα πατώματα ήτανε τσιμέντο χάμω. Χώμα και τσιμέντο. Και ήμαστε, σε ένα δωμάτιο κοιμόμαστε όλοι. Δύσκολες καταστάσεις είχαμε τότε. Σχολούσαμε και δεν είχαμε τραπέζι να καθίσουμε. Ήμαστε πέντε παιδιά, να καθίσουμε να διαβάσουμε πήγαινε ο ένας εδώ ο άλλος εκεί. Δεν είναι τα σημερινά. Οι συνθήκες δεν ήταν ούτε καν με τα…

Πώς ήταν τα κτίρια παλιά; Πέρα από το σπίτι σας.

Ι.Μ.: Πετρόχτιστα ήταν. Όλα πετρόχτιστα. Α! Και κάτι άλλο. Να πούμε ότι χωματίζανε τα δώματα; Όταν ερχόταν παιδιά ο Σεπτέμβρης, πηγαίναν οι γονείς μας κάπου μακριά και βρίσκαν φυρόι, κοκκινόχωμα. Και φέρναν τσουβάλια, εγώ το θυμάμαι, που ανεβαίναν πάνω στα δώματα και στρώναν αυτό το χώμα για να μη βρέχει. Για να μη στάζει το σπίτι. Με χώμα. Μόνο με χώμα. Και θυμάμαι στο δωμάτιό μου όταν έβρεχε πάρα πολύ -γιατί τότε έβρεχε πάρα πολύ, εκείνα τα χρόνια- και έβαζε η μάνα μου λεκανίτσες λεκανίτσες μέσα στο δωμάτιο γιατί έτρεχε το νερό. Και σε όποιο σημείο του σπιτιού δεν είχε τέτοιο να τρέχει το νερό, εκεί μου βάζανε το κρεβάτι οι γονείς μου. Ήτανε με χώμα από πάνω. Και το πάτωμα. Θυμάμαι τη μάνα μου, γιατί οι μανάδες μας ήταν πολύ νοικοκυρές κι ας μην είχανε. Κι έφερνε χώμα από το βουνό και έβαζε λάσπη και ίσιωνε το χώμα σαν παρκέ. Ήταν υπηρέτριες.

Β.Σ.: Ήταν υπηρέτριες στην Αθήνα και είχαν μάθει την κακή ζωή αλλά μετά ήρθαν εδώ και παντρευτήκανε και…

Ι.Μ.: Και βρήκανε τα δύσκολα. 

Β.Σ.: Δουλεύανε. 12 χρονώ η μάνα μου έφυγε και πήγε υπηρέτρια. Ο μπαμπάς της έφυγε και την παράτησε, τρία παιδιά, και πήγε στην Αμερική και δεν ξανάρθε. Και την έστειλε η γιαγιά μου από 12 χρονώ υπηρέτρια. Για να στέλνει λεφτά να τρώνε και οι υπόλοιποι. Δύσκολα χρόνια. Και μας τα έλεγε και κλαίγαμε. Μας έλεγε η γιαγιά μου το τι πέρασε και κλαίγαμε. Σαν μωρά παιδιά κλαίγαμε με αυτά που είχε περάσει.