Πώς πήρε το όνομα της;

Εγώ ήμουν το πέμπτο παιδί των γονιών μου. Όταν έπρεπε ο μπαμπάς μου να βγάλει (το όνομα) της μητέρα του, Σμαράγδα, είχε πεθάνει μία αδερφή του λεγόμενη Χάιδω. Και έβγαλε την αδερφή μου την προηγούμενη Χάιδω. Όταν γεννήθηκα εγώ μετά από 5 χρόνια, το πέμπτο παιδί, λέει του παπά, «θα τη βγάλουμε Σμαράγδα». Λέει ο παπάς τότε «δεν γιορτάζει το όνομα αυτό». Και όντως βλέπω εγώ τώρα ότι γιορτάζει το όνομα Σμαράγδα. Και με βγάλανε Μαρία Σμαράγδα.

 

 

Πώς ήτανε το σπίτι σας;

Το σπίτι μας ήτανε ένα σπίτι παλιό, το οποίο ήταν ιδιοκτησία εκείνη του κυρίου ο οποίος είχε μία απέραντη έκταση με τρία σπίτια μέσα. Το κάτω-κάτω το μεγάλο το είχανε κάνει φρυραρχείο οι Γερμανοί. Ήταν παλιό σπίτι. Και ζούσαμε εκεί.

 

Είχατε ποτέ σκύλο; 

 

Είχαμε, γιατί ήτανε κτήμα. Είχαμε σκυλί, είχαμε γάτες, είχαμε γουρουνάκια

 

Πώς ήτανε το δωμάτιό σας;

-Το δωμάτιό μου ήτανε… Ήταν ένα σπίτι ισόγειο κάτω, μέσα στο κτήμα με τρία δωμάτια. Κουζίνα, ένα δωμάτιο και το τρίτο, υποτίθεται, η κρεβατοκάμαρα. Στο ένα δωμάτιο μέναμε εμείς τα παιδάκια και στο άλλο έμεναν οι γονείς μας.  Και στην κουζίνα τρώγαμε. Είχαμε το τζάκι που μαγειρεύε η μαμά.  Μαγειρεύε στο τζάκι με ξύλα. Δεν είχαμε τίποτα. Μαζεύαμε ξύλα από το βουνό, από το κτήμα και τα ανάβαμε και μαγειρεύαμε στο τζάκι.

 

Δηλαδή ήταν φτωχικό ή ήταν πλούσιο το σπίτι;

-Φτωχικό, πολύ φτωχικό. Ο μπαμπάς μου είχε ένα καϊκάκι μικρό και αγωνιζόταν. ‘Ημασταν πέντε παιδιά.

 

Πώς πηγαίνετε από το ένα μέρος στο άλλο;

 

Εμείς ήμασταν στον Νημποριό, τον ξέρεις τον Νημποριό;  Ξέρεις τη βρυσούλα που περπατάς απάνω και πας και βρίσκεις το ποταμάκι; Εκεί ακριβώς από το πίσω μέρος μέναμε. Στο σχολείο πηγαίναμε με τα πόδια.

 

-Δεν είχατε αμάξια τότε;

-Παναγία μου! Πού να το βρούμε το αμάξι τότε! Που να το βρούμε; Γαϊδουράκι και απ’ αυτό δεν είχαμε. (γέλια)

-Κι αν θέλατε να πάτε κάπου μακριά; Ας πούμε στη Βουρκωτή;

-Με το γαϊδουράκι. Να σου πω και κάτι άλλο; Όταν βομβάρδιζαν οι Γερμανοί, ο μπαμπάς μου μας έπαιρνε από το δρόμο, πηγαίναμε Βουρκωτή, περνούσαμε την Άρνη, τα Ρέματα. και πηγαίναμε Κατάκοιλο. Εγώ που ήμουνα μικρή, έλεγα του μπαμπά μου «Κουράστηκα μπαμπά μου». Και με έβαζε εδώ στον ώμο του και αγάντα. Με κατέβαζε σε λίγο. Ύστερα πάλι «Κουράστηκα μπαμπά μου». Ήμουνα και πονηρή. Ήθελα όλο να με κρατάει αγκαλιά ο μπαμπάς. Δεν είχαμε αμάξια και τέτοια.(Φωτο 13, Γαιδουράκι)

Τι δουλειές κάνανε η μαμά με τον μπαμπά;

-Να σου πω. Η μαμά μου ήτανε νοικοκυρά στο σπίτι γιατί είχε πέντε παιδιά. Ο μπαμπάς είχε ένα καΐκι μικρό. Το φόρτωνε, πήγαινε στο Πόρτο Ράφτη και φόρτωνε τρόφιμα και έφερνε στην Άνδρο. Δεν είχαμε πολλά λεφτά. Δεν είχαμε περιθώριο να πάρουμε καραμέλες…

-Ο μπαμπάς σου δηλαδή ήταν ναυτικός;

-Ναι, ναυτικός. Αλλά ναυτικός στα γλυκά, στα κοντινά νερά. Όχι να ταξιδεύει με τα βαπόρια έξω.

 

– Πώς κάνατε μπάνιο;

– Ξέρεις πώς κάναμε μπάνιο; (γέλια) Φορούσαμε κάτι φουστανάκια και από πάνω ένα μπλουζάκι. Δεν κάναμε γυμνές μπάνιο.

-Στο σπίτι;

-Ααα! Στο σπίτι! Είχαμε κάτι σκάφες τσίγκινες, μεταλλικές. Και μας ζέσταινε νερό η μαμά στα ξύλα και μας έβαζαν στη σκάφη με το σαπούνι το πράσινο. Δεν υπήρχε ούτε σαμπουάν ούτε, ούτε, ούτε… Με το πράσινο σαπούνι μας έβαζε και μας έπλενε.

– Οπότε το σπίτι δεν είχε νερό. (Δασκάλα)

Όχι! Αλλά εμείς ευτυχώς, άλλοι το κουβαλούσαν από μακριά, εμείς είχαμε τη βρύση του Πασχάλη. Και είχαμε νερό, αυτή την ευκολία την είχαμε.

 

Είχε ζώα τότε;

 

-Πολλά ζώα! Γαιδουράκια! Όλο γαιδουράκια. Τότε στα χωριά όλοι με γαιδουράκια πηγαίνανε.

 

Όταν πηγαίνατε σχολείο, πώς πηγαίνατε;

-Με τα πόδια.

 

Ήταν μακρυά;

-Έμενα κάτω στη θάλασσα και πήγαινα με τα πόδια στο σχολείο. Ήταν ωραία. Είχα καλούς δασκάλους. Θα σας φέρω μια φωτογραφία την άλλη φορά που έλεγα το ποίημα.