Θα σας πω τώρα μία ιστορία την οποία την πέρασα εγώ.  Μία φορά ήμουνα μικρός. 9 χρόνων, ήμουνα 9 χρόνων. Τότε δεν υπήρχαν μαγαζιά μεγάλα, μανάβικα, μπακάλικα και τέτοια. Κι εδώ στον Αξό, είναι μία περιοχή που λέγανε Αξός, είναι το 5ο το σχολείο εκεί.  Εκεί κάνανε παλιά ένα παζάρι. Κατέβαιναν όλοι οι χωριανοί,  και πουλούσαν τα κηπευτικά τους και άλλα διάφορα που βγάζαν από το σπίτι. Και πήγαινε ο κόσμος από εκεί και ψώνιζε.  Ήμουνα και εγώ μικρός και πήγαινα και έβλεπα.  Εντωμεταξύ εγώ τότε, 9 χρονών, είχα πάει σε ένα φούρνο  και μου δώσανε έναν ντορβά και τόνε γέμισα κουλούρια και πήγαινα εκεί το πρωί, 5 η ώρα το πρωί, και πουλούσα κουλούρια.  Για να κονομήσω μία δραχμή, να πάω να πάρω ψωμάκι, να το πάω στο σπίτι μου για να φάει η οικογένειά μου. Γιατί είμαστε 5 αδέρφια.  Ο μικρός εγώ, λοιπόν, πουλούσα κουλούρια.  Μετά πήγα στο στρατό και πουλούσα κουλούρια.  Είχαμε μεγάλο στρατό εδώ, πάρα πολλοί φαντάροι. Κι έπαιρνα τον ντορβά με τα κουλούρια και πήγαινα εκεί και πουλούσα.  Για να κονομήσω μία δραχμή, να πάω να πάρω ένα ψωμάκι. Μία φορά, παλιά,  κατέβαινα από τα Καμίνια. Στα οποία εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα.