Άλλη μια ιστορία: εδώ στην παραλία του Αγίου Πέτρου, ήτανε προ-προπαππούς της γιαγιάς μου-2 φορές, 3- και μείνανε με τον γιο του εκεί και το βράδυ που βγήκανε οι πειραταί, επήγανε στον αχυρώνα που είχε το κτήμα μέσα. Εκείνος είχε κλείσει την πόρτα, αλλά βάζοντας ο πειρατής το χέρι μέσα να την ανοίξει, του το ‘κοψε με ένα σκεπάρνι και τότε, οι πειραταί πιάσανε και βγάλανε τη στέγη του αχυρώνα και κατεβήκανε κάτω να το σκοτώσουνε. Το παιδί, λοιπόν, το ‘κρυψε μέσα στο τζάκι, στην καπνοδόχο και του λέει: «Ό, τι ακούσεις, δε θα μιλήσεις μιλιά γιατί οι πειραταί θα με σκοτώσουν τώρα» και κατεβήκανε και τον σκοτώσανε και ήρθε το παιδί από πάνω και είπε: «Ελάτε να πάρετε τον πατέρα μου, τον σκοτώσανε οι πειραταί». Και άλλα πολλά. Άλλη μια φορά πιάσανε έναν γέροντα, σε ένα ακρωτήρι κάτω-κάτω και επειδής ήταν γέρος τον ‘βγάλαν στις Δήλες, δεν τον πήραν. Γιατί τους πηγαίνανε στα παζάρια στην Αίγυπτο άμα τους πιάνανε από εδώ. Και πέρασε ένα καΐκι, του ‘κανε σινιάλο και τον ξανάφερε. Αυτά, οι πειραταί ερχόντανε και ό, τι βρίσκανε παίρνανε. Ό, τι είχε μέσα η κάθε αποθήκη, σπούσαν τα σπίτια, σπούσανε… και με τον πόλεμο που γινότανε στο Κάστρο, γιατί μαζευότανε όλα τα χωριά. Έχει σε κάθε χωριό τοποθεσίες που λεγότανε «βίγλες», εκεί φυλάγανε κάθε μέρα για να μην έρθουν οι πειραταί και δεν τους πάρουνε είδηση. Έχει τώρα μέρος, το λένε «Λυχνάρια» που ανάβανε την νύχτα το λυχνάρι και βλέπανε από το κάστρο ότι έρχονται οι πειραταί και είχε ένα μεγάλο κανόνι απάνω που βάραγε, το Ξώμπουργκο, και ακούγανε από γύρω-γύρω τα χωριά και μαζευόντανε εκεί. Ο προπαππούς μου έλεγε ότι μια φορά τους πειραταί τους αντιμετωπίσαν με τα μελίσσια. Υπήρχαν τα μελίσσια μέσα σε κιούπια εκείνη την εποχή και μαζέψανε τα μελίσσια-που τους είδανε ότι ανεβαίνανε από τη Χώρα μπουλούκι μεγάλο, πολλοί πειραταί- και άμα κάνανε την έφοδο στο Κάστρο, τους πετάξαν τα μελίσσια και τους κεντρώναν τα μελίσσια, τους πρήξανε και αναγκαστήκαν οι πειραταί να φύγουνε.