Άλλο ένα ήτανε: επήγε κάτω στη θάλασσα που είχε ένα κτήμα κάποιος από εδώ από το χωριό και βρήκε, είχε αράξει το καΐκι-να το πούμε έτσι- των πειρατών και του είχαν πάρει το βόδι, το είχαν σφάξει και το γδέρνανε για να το κόψουν κομμάτια και να το πάρουνε οι πειρατές. Εκατέβηκε λοιπόν αυτός και λέει: «Ρε παιδιά, μου πήρατε το βόδι, τουλάχιστον δώστε μου κάτι. Πληρώστε μου κάτι από το βόδι». Ένας λέει: «Πήγαινε να σε πληρώσει ο καπετάνιος μέσα», πήγε μέσα λοιπόν, μπήκε μέσα στο καΐκι, λέει: «Καπετάνιε, να μου δώσεις κάτι για το βόδι που μου πήρατε», λέει: «Ναι, θα σου δώσω». Λέει σε έναν πειρατή: «Πήγαινε φέρε μία πέτρα απ’ έξω και ένα σκοινί», για να τον δέσει τον άνθρωπο και να τον φουντάρει στη θάλασσα. Αφού κατάλαβε αυτός ότι θα τον σκότωναν, άρχισε τα κλάματα και λέει: «Λυπηθείτε με, έχω οικογένεια. Γιατί αφού μου πήρατε το ζώο να με σκοτώσετε κιόλας;». Τον λυπήθηκε ένας πειρατής και του λέει: «Ρε καπετάνιε ασ’ τον να πάει να φύγει». Αυτός όμως όταν έφυγε και ήρθε στο χωριό, τότε σε κάθε χωριό είχανε κάνει μια ομάδα με όπλα για τους πειρατές, που άμα ερχόντανε οι πειραταί, να τους αντιμετωπίσουν, να κλειστούν εκεί στο Ξώμπουργο το μεγάλο κάστρο και να τους αντιμετωπίσουν. Ήρθε λοιπόν και τους μάζεψε όλους και πήγε από πάνω και αρχίσαν με τα όπλα και ‘ρίχναν στους πειρατές. Ήταν όμως Βοριάς- 8 μποφόρ-9 μποφόρ;- και κόψανε με το τσεκούρι τον κάβο που είχαν δέσει έξω και φύγανε και λέει ο καπετάνιος: «Δεν μ’ αφήσατε να τον σκοτώσω, τώρα θα μας πνίξει αυτός.», γιατί φεύγοντας ήτανε η θάλασσα φουρτουνιασμένη. Και έτσι τέλειωσε αυτή η ιστορία.