Στα παλιά χρόνια που γυρίζανε οι πειρατές, ήρθε ένα καράβι έξω από το χωριό μου, σταμάτησε και επήγαινε στο χωριό επάνω για να κλέψει, να σκοτώσει και να πάρει κοπέλες να τις πουλήσει κάτω στην Αφρική. Στην Αραβία. Εκεί που ανεβαίνανε οπλισμένοι οι Αλγερινοί, όταν φτάσανε στη μέση του δρόμου, ακούστηκαν να χτυπάνε οι καμπάνες. Οι χωριανοί ξυπνήσανε και οι Αλγερινοί μόλις ακούσανε τις καμπάνες: «Α!», λέει, «Δεν μπορούμε να κάνουμε…» Και γυρίσανε πίσω. Και μπήκανε στο καράβι και φύγανε. Και φωνάζανε «Ριόλος! Ριόλος!», που σημαίνει «Πίσω! Γυρίστε πίσω, φύγετε!». Οι χωριανοί, δεν ξέρανε. Δεν είχε πάει κανένας να χτυπήσει τις καμπάνες, άρα κάποιος Άγιος πήγε και χτύπησε τις καμπάνες. Και εκεί, σε αυτό το σημείο, από το σημείο που γυρίσανε πίσω οι Αλγερινοί, το λένε, εδώ είναι ο Άγιος Ριόλος. Και ακόμα και σήμερα όταν περνάμε, υπάρχει μία πέτρα και πάμε και βάζουμε λουλουδάκια.

Εσείς βάζετε;

Λουλουδάκια, πότε αγριολούλουδα και… Και όταν πηγαίναμε εκδρομή με το σχολείο, που πηγαίναμε κάτω, όλα τα παιδιά θα κόβαμε λουλουδάκια και θα πηγαίναμε να βάλουμε στην πέτρα του Άη Ριόλου.