Να σας πω ένα παραμυθάκι που λέγαμε μικροί.
«Μία φορά και έναν καιρό ήτανε μία γριά και ένας γέρος». Λέγαμε τότε. Άρχιζε το παραμύθι έτσι. Μία φορά και έναν καιρό ήταν μία γριά και ένας γέρος. Ο γέρος ήταν στο κρεβάτι, ο κακομοίρης, και έπρεπε να πάει στο βουνό η γριούλα να μαζέψει ξύλα. Να τα φέρει για να βάλουν φωτιά να ζεσταθούνε. Είχαν ένα μαγκάλι, λεγότανε μαγκάλι, ένα στρογγυλό μαγκάλι με τρία ποδαράκια και μέσα βάζαν ξυλαράκια και μία σκόνη η οποία λεγότανε πυρήνα. Και καθόντουσαν γύρω γύρω από το μαγκάλι ο κόσμος και ζεσταίνοντανε. Αφού πήγε η γριούλα στο βουνό, βρίσκει δύο παιδάκια.
Πείνασε η κακομοίρα και δεν είχε τίποτα να φάει. Τα δύο παιδάκια αυτά, πήγαν να μαζέψουν ξυλαράκια για το σπίτι τους και αυτά. Τα έστειλε η μαμά. Την ώρα που τα είδε η γριούλα τους λέει «Παιδάκια μου σας παρακαλώ πολύ, έχετε λίγο φαγάκι να μου δώσετε γιατί πεινάω η κακομοίρα; Είμαι γριούλα και δεν μπορώ να πάω σπίτι μου να πάρω; Δεν είχα φαγάκι μαζί μου».
Τα παιδάκια είχανε σε μία πετσετούλα ψωμάκι τυράκι και ο ένας πρόθυμος λέει «Εγώ θα σας δώσω γιαγιά». Και της δίνει το ψωμάκι του και το τυρί. Ο άλλος δεν της έδωσε. Λέει: «τι λες που θα δώσω εγώ το ψωμί μου και το τυρί μου;» Κι αφού ήρθαν σπίτι, τους λέει η μητέρα τους «Κακώς! Έπρεπε και εσύ να δώσεις το φαγάκι στη γιαγιά που δεν είχανε να φάνε.
Εσείς είσαστε παιδιά, θα ερχόσασταν σπίτι, θα βρίσκατε. Η γριούλα δεν θα ‘χει. Τέλος πάντων, την άλλη μέρα ξαναπάει η γριούλα, ξαναπάνε και τα παιδάκια, και τους είχε μέσα σε ένα τσουβάλι παιχνίδια. Και τους έδωσε η γριούλα παιχνίδια, της έδωσε και το άλλο παιδάκι το φαγάκι του. Και πήγανε σπίτι, μάζεψαν τα ξυλαράκια και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.