Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς.  Και είχε φτιάξει ένα μεγάλο, ωραίο παλάτι και είχε γύρω-γύρω γλάστρες. Ένα πελώριο, ωραίο, πολύ όμορφο παλάτι. Ο βασιλιάς είπε ότι όποιος έρθει και μου πει ένα μεγάλο παραμύθι, να μην τελειώνει ποτέ, θα του δώσουμε χρυσάφι. Άμα δεν ξέρει όμως, θα τον βάλουμε φυλακή.  Πήγε λοιπόν ένας παραμυθάς, που ήξερε πολλά παραμύθια.  Έλεγε στο Βασιλιά ένα παραμύθι. Την πρώτη μέρα, τη δεύτερη μέρα  δεν ήξερε τι άλλο να πει. Τελείωνε το παραμύθι. Περάσανε δύο μέρες, τελείωσε το παραμύθι, τον έπιασε και τον έκλεισε στη φυλακή.  Ένας που ήταν πολύ έξυπνος, ένα παιδί πάει και του λέει «Εγώ θα σου πω βασιλιά, αλλά θα μου δώσεις δύο τσουβάλια φλουριά».  Ξέρεις τα φλουριά είναι σαν νομίσματα. «Θα μου δώσεις δύο τσουβάλια φλουριά».   Αυτός λοιπόν του λέει:

 

«Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς,  είχε κάνει ένα μεγάλο παλάτι με μια μεγάλη αποθήκη και είχε βάλει μέσα σιτάρι.  Είχε ξεχάσει μία τρύπα από κάτω και αρχίσαν τα μυρμήγκια να περνάνε μέσα και να παίρνουν το σιτάρι, να το βγάλουν έξω. Μπαίνανε μέσα και έπαιρναν το σιτάρι και βγαίνανε.  Και μπαίναν και παίρναν το σιτάρι και βγαίνανε…». Αυτός του έλεγε όλο αυτό: «Μπαίναν τα μυρμήγκια, παίρναν το σιτάρι και βγαίνανε».

 

Και του λέει ο Βασιλιάς «Δε θα το τελειώσεις το παραμύθι καμιά φορά;»

 

» Μα τόσο εύκολα; Τελειώνει το παραμύθι τόσο εύκολα; Τόσο σιτάρι να κουβαλάνε τα μυρμήγκια έξω; Πρέπει να περάσει ένας χρόνος. Να μ’ έχεις εδώ και ένα και δυο χρόνια».

 

«Τι έπαθα;» λέει ο Βασιλιάς! » Το έχασα το στοίχημα». Τον φόρτωσε λοιπόν φλουριά και έφυγε αυτός και τράβηξε για το σπίτι του. Στο δρόμο λοιπόν που πήγαινε, βρήκε τρεις και μαλώνανε για τρία τσουβάλια καρύδια.

 

Λένε: «Να! Βρήκαμε έναν άνθρωπο να μας μοιράσει τα καρύδια». Δεν συμφωνούσανε. Άλλος έλεγε τόσα, άλλος ήθελε τόσα.

 

Λέει: » Πώς θέλετε να σας τα μοιράσω; Δίκαια σαν άνθρωπος ή σαν θεός;»

 

«Α! Σαν τον Θεό», λένε.

 

Παίρνει λοιπόν τα τρία τσουβάλια και λέει «Πάρε αυτά τα καρύδια εσύ, πάρε μισό τσουβάλι εσύ». Και στον άλλο, τον τρίτο, του έδωσε τα υπόλοιπα όλα.

 

«Τι μοίρασμα είναι αυτό που μας έκανες;»

 

Λέει: «Έτσι τα μοίρασα εγώ. Έτσι τα μοιράζει ο Θεός. Αλλού τα δίνει με το τσουβάλι τα λεφτά, αλλού πιο λίγα».