Πείτε μας κάποιο παραμύθι από παλιά.

Τι παραμύθι; Όταν πηγαίναμε στις γειτονιές οι παππούδες μας λέγανε όλο παραμύθια. Και είχε πολλούς… Όχι ο παππούς, ο προπάππος που ήξερα, της μάνας μου, ο παππούς της μάνας μου, ήξερε πολλά παραμύθια. Και μαζευόντουσαν τα παιδιά εκεί από τη γειτονιά και τους έλεγε παραμύθι. Και τι έκανε; Παραμύθι που το σύνδεσε μοναχός του το παραμύθι. Και το άφηνε μέχρι εκεί για να προχωρήσει αύριο. Δεν είχε τέλος, το ταίριαζε μοναχός του. Όλο για δράκους, όλο για τέτοια… Και άφηνε σε ένα σημείο, όπως είναι τα έργα στην τηλεόραση που το κόβει και λέει «αύριο η συνέχεια», έτσι ήταν και το παραμύθι. Ο παραμυθάς λοιπόν τα είχε αυτοσχέδιο και όλο έλεγε ιστορίες, κάθε βράδυ. Και το πήγαινε πάλι σε ένα σημείο που ο δράκος έπιανε το αυτό… Και σου λέει «Αύριο να δούμε τι θα γίνει!» […]

Είχε κάποιον σπανό, λέει. Έφυγε από το σπίτι του να πάει να βρει την τύχη του. Όπως πήγαινε λοιπόν -είχε και μία μαγκούρα που ακουμπούσε-, όταν πήγε σε μια πηγή, σταμάτησε να φάει λίγο ψωμί και να πιει νερό. Εκείνη την ώρα, βγαίνει ένας ποντικός από εκεί με τα ποντικάκια. Πιάνει την μαγκούρα και τα σκοτώνει. Και γράφει πάνω στην μαγκούρα: «Εγώ είμαι αυτός που σκότωσε ένα λεοντάρι και εννιά λεονταράκια». Μετά ξάπλωσε εκεί και τον πήρε ο ύπνος. Κάποια στιγμή, πιο πάνω, ήτανε δράκοι. Ήτανε κάμποσα αδέρφια δράκοι και είχαν και μία αδερφή δράκαινα. Ήρθε η δράκαινα να πάρει νερό, βλέπει αυτόν που κοιμότανε και βλέπει το ραβδί που έγραφε: «Εγώ είμαι αυτός που σκότωσε το λεοντάρι και εννιά λεονταράκια». Τον φοβήθηκε. Ενώ θα τον έβαζε μια χαψιά, τον φοβήθηκε. Πάει, γυρίζει πίσω, δεν παίρνει νερό. Πάει πάνω και βρίσκει τους δράκους. Τους λέει έτσι κι έτσΙ.Μ.: «Στο νερό έχει έναν που λέει ότι σκότωσε εννιά λεοντάρια!». Έκαναν συμβούλιο οι δράκοι και λένε: «Να πάμε να τον καλοπιάσουμε, να μην μας σκοτώσει κι εμάς». Πάνε κάτω λοιπόν, είχε ξυπνήσει. Αυτός όμως ήταν σκληρό καρύδι. Τους φοβέρισε λοιπόν. ΛέεΙ.Μ.: «Έλα μαζί μας και θα σε έχουμε στο σπίτι πάνω και θα τρως-θα πίνεις. Θα μαγειρεύει η δράκαινα, η αδερφή μας, και θα τρως εσύ εκεί πέρα». Τον πήγανε λοιπόν και την έβγαζε ο φίλος εκεί, τρωγόπινε και οι δράκοι πηγαίνανε κάθε μέρα στη δουλειά. Κάποια στιγμή τον υποπτευθήκανε. ΛέεΙ.Μ.: «Τι κάνει αυτός τώρα εδώ; Αφού δεν κάνει τίποτα». ΛέεΙ.Μ.: «Να τον βάλουμε να μαζέψει τις πέτρες από το χωράφι!». Του τα λένε λοιπόν το πρωί. Ο σπανός, δεν ήταν και κανένα παλικάρι αυτός. Φεύγουν οι δράκοι. Σου λέει με έχουν υποπτευθεί και τα πράγματα είναι δύσκολα. Πρέπει κάτι να κάνω. Πάει κάτω στο χωράφι, μάζευε πέτρες και τα έκανε σωρούς. Ένα σωρό εδώ, ένα σωρό εκεί, ένα σωρό εκεί. Όταν ήρθαν οι δράκοι, του λένε:  «Σπανέ, τι κάνεις εδώ πέρα;» ΛέεΙ.Μ.: «Μαζεύω τις πέτρες και τις κάνω σωρούς. Μετά θα τις πιάσω όλες μαζί και θα πω “Βαρδάτε oύλοι κι ο σπανός θα ρίξει πούλι”. Και θα τη ρίξω και θα σκοτώσω όλον τον κόσμο». Λένε: «Άσε, άσε, μην κάνεις τίποτα. Πάρε τρόφιμα και πήγαινε σε αυτό». Και του γεμίσανε έναν τουβρά φαγητά και ο σπανός ο πονηρός έφυγε και πήγε στο χωριό του. Ήταν πονηρός. Ενώ ήταν αδύναμος. Ένα παραμύθι.