Β.Σ.: Τα παπούτσια μας. Μας τα παίρναν μεγάλα οι γονείς μας για να τα έχουμε και την άλλη χρονιά.

Ι.Μ.: Τρία χρόνια. (γέλια)

Β.Σ.: Μια φορά ήταν η μάνα μου στην Αθήνα και έκανε χειρουργείο και μου φέρνει ένα ζευγάρι παπούτσια και πόσοι πάτοι να βάλω εγώ μέσα για να μου κάνουνε!

Ι.Μ.: Τον πρώτο χρόνο μας τα παίρνανε βάρκες. Μεγάλα. Τον δεύτερο ήταν κανονικά και τον τρίτο πιο μικρά. Και μας έλεγαν «Πιέστε το πόδι σας, θα μπει».  Και τα καλοκαιρινά παπουτσάκια, παιδιά, μας τα παίρναν οι γονείς μας άσπρα, το χειμώνα τα πηγαίνανε και μας τα βάφανε και γινόταν μαύρα. Όταν παίρναμε παπούτσια καινούρια είχαμε πανηγύρι. Δεν είχαμε σπορτέξ ετότε εμείς.

Από που τα παίρνατε τα παπούτσια; Τι, είχατε κάποιο μαγαζί;

Β.Σ.: Στη Χώρα. Πηγαίναν οι γονείς και τα παίρναν. Αλλά τότες δεν είχε συγκοινωνία, λεωφορεία και τέτοια. Και πηγαίναν με τα γαϊδούρια, με τα πόδια για να παν στη χώρα να…

Ι.Μ.: Ψηλώναμε και γρήγορα και μας τα κόβαν και μπροστά για να πεταχτεί λίγο το δάχτυλο. Να μας κάνουνε.