Σκόπελος, αφήγηση: Γιώργος Παχής
-Τι παιχνίδια παίζατε;

– Παιχνίδια πάρα πολλά! Άλλα παιχνίδια έπαιζαν τα κορίτσια, άλλα παιχνίδια παίζαμε τα αγόρια.

– Εμένα ο μπαμπάς μου, μου είχε πει ότι φτιάχνανε καραβάκια με κουπιά.

– Με πτίκια. Τα πτίκια είναι ο φλοιός από τα πεύκα. Παίρναμε ένα κομμάτι από αυτό, τα σκαλίζαμε και τα κάναμε βαρκούλες. Τα παιδιά, εμείς τα αγόρια, παίζαμε πιο άγρια παιχνίδια. Παίζαμε και «τσιλίκι-τσιλικόβεργα».

-Τι είναι αυτό;

– Είχαμε μία βέργα μεγάλη και είχαμε και ένα μικρό που το λέγαμε τσιλίκι-τσιλικόβεργα. Και το πετούσαμε αυτό, χτυπούσαμε τη μεγάλη τη βέργα με το μικρό και πήγαινε μακρυά. Και άμα ο άλλος το έπιανε το ξύλο αυτό στον αέρα, καιγόσουν εσύ και ερχόταν και έπαιζε αυτός. Αν όχι, από εκεί που πήγε το ξύλο το πετούσε. Και είχαμε ένα κουλούρι εμείς και αν ερχότανε μέσα, και έμπαινε χωρίς να μπορέσουμε εμείς να το διώξουμε, πάλι καιγόμασταν. Διαφορετικά, άμα ήταν έξω, μετρούσαμε με τη βέργα τη μεγάλη, πόσες βεργιές μακρυά ήταν από το κουλούρι και έτσι κερδίζαμε. Αυτό ήταν το ένα παιχνίδι. Άλλο παιχνίδι ήταν η μπάλα, το τόπι. Δεν είχαμε τότε τις μπάλες που έχουμε σήμερα, του ποδοσφαίρου. Και πολύ πιο παλιά ακόμη, κάνανε μπάλες, τόπια δηλαδή, με κουρέλια. Από παλιά, φθαρμένα ρούχα. Τα παίρναμε κομμάτια, τα τυλίγαμε, τυλίγαμε, τυλίγαμε, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Και γινόταν ένα κουβάρι μεγάλο και αυτά τα είχαμε σαν μπάλα και παίζαμε. Γιατί δεν είχαμε λεφτά ούτε να αγοράσουμε μπάλες, ούτε τίποτα. Άλλο παιχνίδι. Παίζαμε με τους βόλους.
Βόλους ή μπίλιες. Οι βόλοι ήτανε χωμάτινοι, ήτανε με χώμα φτιαγμένοι. Και οι γυάλινοι ήτανε μπάλες. Έτσι τις λέγαμε. Μάλιστα ήταν και μερικά πολύχρωμα, πολύ ωραία! Αυτά λέγαμε εμείς ότι είναι… Αμερικανάκια τα λέγαμε. Είναι πολύ όμορφα και είναι αμερικανάκια. Είχε διάφορα μεγέθη. Αυτά το λέω πως τα παίζαμε;
Εμείς κάναμε μία γραμμή και βάζαμε από δύο μπίλιες ο καθένας στη σειρά και ρίχναμε μετά την μπίλια αυτή, τη μεγάλη που είχαμε. Ποιος θα πάει πιο κοντά στη γραμμή; Κάναμε μία γραμμή και ρίχναμε την μπίλια. Όποιος πήγαινε πιο κοντά στη γραμμή, έριχνε πρώτος. Μετά δεύτερος, τρίτος κτλ.
Αυτός που πήγαινε πιο μακριά, έριχνε μετά. Και αν χτυπούσες με την μπίλια τη μεγάλη, χτυπούσες τις μπίλιες που ήταν στη σειρά, μια από αυτές, από εκεί και κάτω τις έπαιρνες όλες δικές σου. Τις κέρδιζες. Έτσι παίζαμε τις μπίλιες. Άλλο παιχνίδι που παίζαμε ήτανε το «φουσκωτό». Γι’ αυτό λέω ότι τα κορίτσια δεν παίζανε αυτά τα παιχνίδια. Ούτε πόλεμο παίζανε. Παίζαμε και πόλεμο. Παίζαμε «κλέφτες και αδραγάδες». Αδραγάδες λέγαμε τους αγροφύλακες που υπήρχαν παλιά.
Όπως είναι οι «κλέφτες και οι αστυνόμοι». Οι αστυνόμοι είναι για μέσα στην πόλη, οι αδραγάδες, οι αγροφύλακες ήταν για τους αγρούς έξω. Γι’ αυτό τους λέγανε και αγροφύλακες, φύλακες των αγρών. Παίζαμε λοιπόν «φουσκωτό», πόλεμο… Παίρναμε από τα δέντρα αυτά που καθαρίζαν εδώ πέρα, τις μακριές τις βέργες και παίζαμε πόλεμο και κάναμε ξιφομαχία. Ήταν λίγο πιο επικίνδυνα αυτά τα παιχνίδια. Βέβαια καμιά φορά ήτανε και μερικά κορίτσια τα οποία ήτανε πολύ ζωηρά και τα λέγαμε αγοροκόριτσα. Και συμμετείχαν και αυτά στα παιχνίδια των αγοριών.