Ο δάσκαλος ήτανε… είχαμε και τα γέλια μας, είχαμε και τα… Είχε και μαθητές που δεν ήτανε φρόνημα παιδιά και δεν τον άφηναν να κάνει μάθημα και πολλές φορές τα έβγαζε έξω, Τα παιδιά, δεν τα άφηνε, όποιος ήτανε αυτό τα έβγαζε όξω, τα μεγάλα τα παιδιά τα αγόρια που κάνανε, και τα μικρά βέβαια. Αλλού είχαμε και τα γέλια μας, είχαμε και τα παρατράγουδά μας. Είχε μια βίτσα και βάραγε στο κάθε χέρι από δυο. Αν ήξερες μάθημα ή αν έκανες κάτι, έπεφτε ξύλο. 

Ζαβολιές γινόνταν συνέχεια. Μια φορά έβγαλε τα αγόρια έξω ο δάσκαλος γιατί δεν τον αφήνανε να κάνει το μάθημα και αυτά πήγαν και κλέψανε αχλάδια από ένα περιβόλι και όταν βγήκε ο δάσκαλος να φωνάξει να ξαναμπούνε μέσα, του δώσαμε τα αχλάδια και έκλεισε την πόρτα, μπήκε μέσα και έστειλε ένα παιδί και είπε στους γονείς τους ότι: «Αύριο, ο Γιάννης, ο Κώστας, ο Γιώργος που ήταν έξω θα ‘ρθουν με τους γονείς τους» και ένας γείτονας από ‘δω πήρε το παιδί, τον Γιάννη και πήγε με ένα σιι και λέει: «Δάσκαλε, έφερα να τον δείρω μπροστά σου για να μη σου ξανακάνει τέτοια», αλλά ο δάσκαλος δεν τον άφησε να τον δείρει.