Λοιπόν, ο δάσκαλος –δεν ξέρω αν το ξέρετε εσείς αυτό, αλλά εγώ το ξέρω γιατί είμαι δασκάλα- έχει στα χέρια του πάρα πολύ μεγάλη δύναμη όταν μπαίνει στην τάξη. Μπορεί να κάνει το παιδί να αισθανθεί θεός και μπορεί και μόνο με το χαμόγελό του, να το στεναχωρήσει πάρα πολύ. Την εποχή αυτή, οι δάσκαλοι ήταν “κρύοι” με τα παιδιά, δεν “ανοίγανε” να δώσουνε πραγματική αγάπη στα παιδιά, θεωρούσανε ότι για όλα όσα συμβαίνουνε φταίει το παιδί και όποιο παιδί είχε μια δυσκολία στο να μάθει κάτι, ήτανε σίγουρα που δεν διάβαζε, σίγουρα όπου είναι κακός μαθητής. Δεν υπήρχε η δυνατότητα που έχουμε σήμερα να καταλάβουμε ότι αν ένα παιδί δεν αποδίδει, δεν είναι απαραίτητα επειδή δεν διαβάζει αλλά και γιατί ορισμένα πράγματα χρειάζεται να του τα εξηγήσει κάποιος με διαφορετικό τρόπο. Αυτό εγώ το κατάλαβα πάρα πολύ νωρίς και επειδή τα παιδιά όλα αγαπάνε πάρα πολύ τους δασκάλους, πίστευα ότι οι δάσκαλοι θα έπρεπε να ήταν πιο “ζεστοί” με τα παιδιά. Ήτανε αποστασιοποιημένοι οι δάσκαλοι στην εποχή τη δική μας και είχανε και μία βέργα με την οποία βέβαια τρώγαμε ξυλιές στα χέρια. Απλώναμε το χέρι και τρώγαμε δύο-τρεις-τέσσερεις, αναλόγως και μας βάζανε και τιμωρία ορθούς στη γωνία. Τιμή ήτανε να σου δώσουνε να πεις ένα ποίημα και ξεχωρίζανε, το ποίημα το έλεγε συνήθως καλός μαθητής. Αν δεν ήσουνα καλός μαθητής δεν ήταν εύκολο να πεις ποίημα στις 25 Μαρτίου ή στις 28 Οκτωβρίου και όλη μας η χαρά ήτανε όταν θα παίρναμε τη σημαία στις παρελάσεις, που κι αυτήν πάλι την έπαιρνε ο καλύτερος μαθητής και δε βάζαμε κλήρο να την παίρνουμε όλοι τη σημαία, γιατί ήταν πολύ σημαντικό πράγμα η αντιμετώπιση την οποία θα έπρεπε να έχουμε προς τη σημαία όλα τα χρόνια του δημοτικού και του γυμνασίου.