Σας αρέσει η παλιά Μύκονος ή η σημερινή;

Κοίταξε να δεις. Και η παλιά ήταν πολύ όμορφη, επειδή είχαμε άλλα έθιμα, αλλά και η σημερινή, δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει. Σαν νησί πάντα έχει το χρώμα του και την ομορφιά του, αλλά είναι διαφορετικά τα έθιμα που είχαμε τότε. Τότε πηγαίναμε κάτω στην πόλη, οι κοπέλες, τα αγόρια και κάναμε βόλτες στην παραλία, στο Γιαλό που λέμε, – αφού είσαστε Μυκονιάτικα παιδιά πολύ καλά -,  και γνωριζόντουσαν εκεί πέρα οι κοπέλες με τους νεαρούς. Μετά πηγαίναμε σε ένα ζαχαροπλαστείο και καθόμαστε και τρώγαμε τον μπακλαβά ή το κανταΐφι. Και καμιά φορά κάποιο αγόρι που κοίταγε και μας γλυκοκοίταγε, μας το κέρναγε αυτό. Κι εμείς χαρά! Δε σου λέω τίποτα! [γελάει] Μέχρι εκεί όμως, δεν είχε τίποτα άλλο. Τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα, δεν γίνεται ούτε νυφοπάζαρο που το λέγαμε, ούτε αυτό το ωραίο κόρτε που κάνανε οι άντρες και τα αγόρια στα κορίτσια που ήτανε ρομαντικό. Τώρα δυστυχώς έχουν αλλάξει τα πράγματα, κάτι που εμένα δεν μου αρέσει βέβαια γιατί εγώ έζησα σε μία άλλη εποχή. Αλλά η Μύκονος σαν Μύκονος δεν έχει αλλάξει και πολύ. (…)

Νυφοπάζαρο λεγόταν έτσι… Πηγαίναμε στο Γιαλό, στην παραλία, και κάναμε βόλτες, πέρα-δώθε, από την Αγία Άννα μέχρι τη Δημαρχεία. Πηγαίναμε μία -αναλόγως πόση ώρα είχαμε-, δύο, πέντε βόλτες και πηγαίναμε και περνάγαμε έτσι… Αναλόγως. Άλλοι πηγαίναμε, άλλοι ερχόντουσαν. Και τα αγόρια κάνανε κόρτε στα κορίτσια. Τους δίνανε ένα λουλούδι, προσπαθούσαν να τους πούνε μία κουβεντούλα. Ήταν διαφορετικό το κόρτε τότε, δεν υπήρχανε τα messengers, υπήρχε μόνο η επαφή. Ας πούμε, βλεπόντουσαν και τους άρεσε. Το κορίτσι ή το αγόρι. Και κάποια στιγμή, σιγά-σιγά, με τον καιρό, της κέρναγε, της έκανε, συναντιόντουσαν οι δυο τους, τα λέγανε, κάπου, σε κάποιο κρυφό στενό. Μπορεί να ανταλλάσσανε και κάνα φιλάκι και σιγά-σιγά μπαίνανε στην ιδέα να το πάνε λίγο πιο… Να το προχωρήσουμε πιο βαθιά. Να πάει ο γαμπρός να ζητήσει την κοπέλα από τον μπαμπά και τη μαμά. Με τον μπαμπά του κι αυτός. Και τα βρίσκανε και γινότανε ο γάμος. Αυτό λέγαμε νυφοπάζαρο. Δηλαδή βρισκόντουσαν τα νέα παιδιά, στην παραλία, να κοιτάζει ο ένας τον άλλον, να διαλέγει ο κάθε ένας το ταίρι του με λίγα λόγια.