Αυτά που σπέρνατε σαν οικογένεια, απ’ αυτά τρώγατε; 

Βέβαια! Τα μαζεύαμε, τα σπέρναμε, μετά το Μάιο γινόντουσαν αυτά. Τον Μάιο τα θερίζαμε, πηγαίναμε με δρεπάνια και τα θερίζαμε και κάναμε το εξής τότε: μαζευόντουσαν οι οικογένειες. Ας πούμε δεν τα θερίζαμε ο καθένας μόνος του, αλλά για να είναι πιο ευχάριστη αυτή η διαδικασία, ερχόντουσαν ας πούμε πέντε-δέκα άτομα από διαφορετικές οικογένειες και κάνανε μία-δύο μέρες θερίζαμε τα δικά μας, μετά πηγαίναμε στα δικά τους, ένας-ένας όσοι ήρθαμε. Πηγαίναμε μετά και θερίζαμε του αλλουνού, του αλλουνού, του αλλουνού μέχρι που τα τελειώναμε. Τα μαζεύαμε, τα δέναμε δεμάτια. Τα μαζεύαμε σε έναν χώρο εκεί κοντά στο αλώνι, τ’ αφήναμε λίγες μέρες να ξεραθούνε καλά και μετά τα αλωνίζαμε. Υπάρχουνε ακόμα αλώνια που και που. Δεν τα έχουνε καταστρέψει. Βάζαμε άλογα ή αν δεν είχανε άλογα πάρα πολλά ο καθένας – θέλανε τουλάχιστον τέσσερα άλογα να έχει – τα βάζαμε… Ήταν στρογγυλό το αλώνι, ήταν ένα στρογγυλό πράγμα με πέτρες και κάτω – δεν υπήρχε μπετό – είχανε βάλει ασβέστη, με πέτρες με ασβέστη και το είχανε κάτω με πλάκες. Και το είχανε χτίσει καλά να είναι κάπως ίσιο. Βάζαμε εκεί πέρα τα στάχυα, βάζαμε στη σειρά τα άλογα και τις αγελάδες όλες μαζί τις δέναμε, και γυρίζανε αυτές γύρω-γύρω και τα πατάγανε. Εμείς βέβαια τους οδηγούσαμε. Τα πατάγανε μέχρι που γινόντουσαν… Σπάγανε τα… Αυτό που έχει το σιτάρι απάνω – αν έχετε δει σιτάρι φρέσκο – λέγονται άγανα. Σπάγαν τ’ άγανα, διαλυότανε το φύλλο του και ο κορμός του σιταριού και γινόντουσαν σε μικρά κομμάτια και το σιτάρι πήγαινε κάτω. 

Αυτό, ξεκινάγαμε το μεσημέρι για να είναι στεγνά, να σπάνε εύκολα. Κι αφού ήταν έτοιμο, αφήναμε τα ζώα και φεύγανε να πάνε να ξεκουραστούνε, να βοσκήσουν, να πιούνε νερό. Και πιάναμε μετά με ένα ειδικό…  Δεκριάνι που το λένε, είχε τρία δόντια και πολλά είχανε τέσσερα, και το πετάγαμε ψηλά αυτό και έπαιρνε ο αέρας τα άχυρα που ήταν ελαφριά, φεύγανε, και ο καρπός που ήταν βαρύς, έμενε. Το καθαρίζαμε, το καθαρίζαμε, το πετάγαμε ξανά και ξανά ψηλά, μέχρι να καθαριστεί και να μείνει μόνο το σιτάρι ή το κριθάρι. Μετά το βάζαμε σε κουβάδες και το σηκώναμε ψηλά και το αδειάζαμε από τον έναν κουβά στον άλλον ή κάτω στρώναμε ένα μεγάλο τσουβάλι, και ο αέρας έπαιρνε όλη τη σκόνη και τα ψιλά αχυράκια, όλα αυτά, και καθάριζε μέχρι που να μείνει καθαρό. Το κάναμε πολλές φορές, μετά το βάζαμε σε τσουβάλια, και το αποθηκεύαμε στις αποθήκες, όπως και τα άχυρα τα βάζαμε στον αχυρώνα. Το σιτάρι ή το κριθάρι το τοποθετούσαμε σε μία αποθήκη, πιθανόν και σε κάποιο σημείο του αχυρώνα. Μετά το παίρναμε αυτό, το πηγαίναμε στο μύλο. Έχει κάτω στη χώρα εκεί που τους ξέρετε όλοι, τους μύλους. Ήταν τότε ο μύλος του Μπεντάρα, ο μύλος του Μπόνη, που υπάρχει και σήμερα και κάνουν διάφορες εκδηλώσεις εκεί πέρα. Και το αλέθανε, το κάνανε αλεύρι.

Παίρναμε, λοιπόν, το αλεύρι, επί τόπου πηγαίναμε, μας το άλεθαν. Σε δύο πέτρινες πέτρες το βάζανε και γινόταν αλεύρι και το παίρναμε, πάλι με το γαϊδουράκι, που τα φορτώναμε, και το φέρναμε στη μαμά ας πούμε ή η ίδια το πήγαινε αν δεν είχε παιδιά κατάλληλα να το πάνε, και το ζύμωνε, με τα χέρια. Ή με προζύμι. Δεν υπήρχανε μαγιές τότε, υπήρχε το προζύμι που είναι εύκολο να φτιάξουμε προζύμι ακόμα και σήμερα, μόνοι μας. Το ‘ψηνε στο φούρνο, γινότανε ψωμί. Μετά από μερικές ώρες, το έψηνε αποβραδίς. Ξεκίναγε αποβραδίς να κάνει τη μαγιά, να αραιώνει τη μαγιά με λίγο νερό κι αλεύρι, να ‘ναι φουσκωμένο το πρωί. Το πρωί έριχνε όλο το αλεύρι, πόσο ήθελε. Μπορεί να ‘θελε και δέκα, είκοσι κιλά αλεύρι, ίσως και παραπάνω αν είχε μεγάλη οικογένεια. Ωστόσο είχαμε τον φούρνο με τα ξύλα που μαζεύαμε αγκάθια, αυτά τα φρύγανα που λέμε σήμερα, τον γεμίζαμε με αυτά και τον τροφοδοτούσαμε συνέχεια μέχρι να κάψει, να ζεσταθεί τόσο πολύ που να γίνει άσπρος γύρω γύρω. Να ασπρίσει. Δηλαδή η ζέστη έψηνε το χώμα αυτό που ήτανε ο φούρνος αυτός πλασμένος και γινόταν άσπρος. Τότε καταλάβαινε ότι είναι έτοιμη η θερμοκρασία του. Έβγαζε την φωτιά έξω και έπαιρνε ένα πανί βρεγμένο με ένα ξύλο και τον σκούπιζε το φούρνο, να μην έχει στάχτες κι αυτά… Γιατί το ψωμί δεν το ‘βαζε στο ταψί να το ψήσει, το έβαζε κατευθείαν. Το έπλαθε, το έπαιρνε, το έβαζε πάνω σε ένα ξύλινο φτυάρι, σαν σπάτουλα μεγάλη. Το πήγαινε μέσα βαθιά στον φούρνο και το έριχνε το ζυμάρι, τράβαγε το ξύλο αυτό και αυτό ψηνότανε εκεί πέρα. Τον έκλεινε μετά με μία ειδική πόρτα που είχανε φτιάξει από πέτρα ή σίδερο, και έβαζε και λάσπη γύρω-γύρω για να μην φεύγει η ζέστη. Και μετά από μιάμιση ώρα, δύο, είχε ψηθεί το ψωμί. Το έβγαζε, μοσχομύριζε ο τόπος και παίρναμε το ψωμί μόλις το ‘βγαλε, το τρώγαμε φρέσκο-φρέσκο.