Μία φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χωριό.  Από αυτό το χωριό πιο κάτω ήταν μία πολιτεία και είχε Βασιλιά. Ο βασιλιάς αυτός είχε μία κοπέλα, μία πολύ όμορφη κοπέλα είχε ο Βασιλιάς. Και λέει τώρα «Όποιος πάει στο χωριό και σκοτώσει τον ταύρο…»,  γιατί έμπαινε μέσα στα χωράφια και έκανε ζημιές,  ήταν ένας ταύρος και ένας δράκος και έπρεπε να σκοτωθούν αυτοί οι δύο.  Βρέθηκε ένα παλικάρι και του λέει του βασιλιά » Εγώ θα πάω να σκοτώσω και τον δράκο και τον ταύρο».  Το παλικάρι πήγε κοιμήθηκε, το πρωί ξύπνησε και ήθελε κάτι να φάει.  Παίρνει δύο φέτες ψωμί, βάζει απάνω βούτυρο και μέλι και πήγε να πλυθεί.  Την ώρα που γύρισε,  είδε απάνω γεμάτο μύγες τα ψωμιά του.  «Αμάν!» λέει. Παίρνει μία πετσέτα και μπαμ!, βαράει  και σκοτώνει εφτά.  Σκοτώνει εφτά μύγες.  Κι έγραψε εδώ το παλικάρι μπροστά του, εκρέμασε ένα χαρτόνι  και έγραφε: «Εγώ που σκότωσα εφτά, θα φοβηθώ τον ταύρο;».  Έφυγε ένα πρωί να πάει. Είπε του βασιλιά «Θα πάω εγώ». Πάει, σκοτώνει τον ταύρο.  Τον παίρνει και τον πάει έξω από το παλάτι.  Τον είδε ο βασιλιάς. Λέει «Πω πω πω πω!».  «Τώρα βασιλιά μου» λέει, «πάω να σκοτώσω και το δράκο».  Ένας μεγάλος, ψηλός ο δράκος. Είχε μία σπηλιά και κοιμόταν εκεί.  Φεύγει το παλικάρι να πάει να βρει το δράκο.  Ο δράκος κοιμότανε και βγαίνει μέσα από τη σπηλιά άλλος ένας  και πέφτει δίπλα του και κοιμάται.  Πιάνει το παλικάρι, γεμίζει τις τσέπες του πέτρες και ανεβαίνει σε ένα δέντρο.  Αφού ανέβηκε στο δέντρο το παλικάρι,  έπιασε και πετούσε πέτρες στο δράκο.  Ξυπνούσε ο δράκος! Κι έλεγε του διπλανού του » Μα γιατί μου πετάς πέτρες; Γιατί με χτυπάς; Τι σου ‘κανα;»  Και μαλώσανε και σκοτώνεται ο δράκος.  Τον σκότωσε ο άλλος δηλαδή.  Τον εσκότωσε το δράκο,  ο αδερφός του ας πούμε. Ας τον πούμε έτσι, ο φίλος του; Κάτι ήτανε.  Και πήρε δρόμο και έφυγε, εξαφανίστηκε.  Παίρνει το δράκο το παλικάρι, κατέβηκε από το δέντρο, παίρνει το δράκο και τον πάει στο παλάτι,  εκεί στην αυλή.  Τον είδε ο Βασιλιάς.  Και του λέει » Μπράβο! Θα σου δώσω τώρα την κόρη μου για γυναίκα σου.» «Ωραία» του λέει. «Αύριο να γίνει ο γάμος», λέει το παλικάρι. Λέει «Όχι!  Θα κοιμηθείς στο παλάτι και το πρωί  που θα ξυπνήσεις, θα πάρεις την κόρη μου.  Θα σου δώσω την κόρη μου.». «Εντάξει», λέει το παλικάρι. Πάει και κοιμάται. Αλλά πονηρό το παλικάρι,  σκεπάστηκε με την κουβέρτα και δεν μιλούσε.  Και στέλνει ο Βασιλιάς πέντε στρατιώτες να πάνε να τον σκοτώσουν. Το παλικάρι όμως, πονηρό, σκεπάστηκε και άκουγε τις ομιλίες των στρατιωτών. Και λέει ο ένας του αλλουνού » Έλα, τώρα που είναι σκεπασμένος και δεν μας βλέπει, να πάμε να τον σκοτώσουμε. Πέντε είμαστε, δεν θα τον κάνουμε καλά;» Ξυπνάει το παλικάρι και τους λέει «Εγώ με την πρώτη, σκότωσα επτά! Και θα φοβηθώ πέντε;»  Αυτοί νόμιζαν ότι σκότωσε επτά στρατιώτες.  Εκείνος σκότωσε εφτά μύγες με το πανί που βάρεσε. Και το γράψε για να βρίσκει δουλειά, ότι ήτανε γενναίος.  Και φοβήθηκαν αυτοί και πήραν δρόμο και πήγαν στο Βασιλιά. Και λέει «Βασιλιά μου, έτσι και έτσι έγινε.» Εγώ» λέει, «εσκότωσα εφτά και θα φοβηθώ τους πέντε;»  Και φοβήθηκαν και πήραν δρόμο.  Δεν γινόταν, δεν μπορούσαν να τον κάνουν καλά. Ήταν δυνατό το παλικάρι και έξυπνο. Και την άλλη μέρα του έδωσε την κόρη του, έγινε ο γάμος και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.