Τις Απόκριες ήταν το επίκεντρο οι Κορδελάτοι. Προ ημερών, εκείνη που ήθελε να ντύσει το γιό της ή τον αδερφό ή τέλος πάντων ένα αγόρι του σπιτιού, έπρεπε να μαζέψει, γιατί δεν υπήρχανε τα ρούχα να τα ‘χει ο κάθε ένας. Άλλη είχε το γύρο, από αλλού έπαιρνε το βρακί, από αλλού έπαιρνε τις κορδέλες να στολίσει ένα φέσι με τα ανθάκια και τα έτσι που έπρεπε. Έπρεπε δηλαδή να βγει στο χωριό για να μαζέψει τα ρούχα του Κορδελάτου, να πλυθούνε, να σιδερωθούνε και να ντύσει τον Κορδελάτο. Τότε τ’ αγόρια του χωριού, να ντυθούνε οι Κορδελάτοι, να συγκεντρωθούνε στην πλατεία με τσαμπούνα και τουμπάκι. Να κάνουνε τον πρώτο χορό μες στην πλατεία, να συγκεντρωθούνε. Και μετά είχανε έθιμο να πηγαίνουνε και στα δυο χωριά. Γλυνάδο και Αγερσανί. Να πάνε στο Αγερσανί να κάνουν ένα χορό με τα κορίτσια εκεί, να φύγουν από εκεί πάντα με ένα λεωφορείο. Με ένα λεωφορείο ή με καρότσα του τρακτέρ. Να ανέβουνε στην καρότσα του τρακτέρ. Τότε ο αδερφός μου στην καρότσα του τρακτέρ ανεβήκανε. Να πάνε μετά στο Γλυνάδο να κάνουν κι εκεί ένα χορό. Μετά να έρθουνε εδώ στο χωριό να συνεχίσουνε το γλέντι στην πλατεία. Οι μαμάδες να ετοιμάσουνε τις πιατέλες, να κατεβάσει μια μυζήθρα ξέρω ‘γω σε μια πιατέλα ή να έχει ένα μεζέ με συκωτάκια, άλλη να έχει λουκάνικα με αυγά. Να κατεβάσουνε μεζέδες. Δεν ήταν όπως τώρα που βάζουνε τα σουβλάκια και τις ψησταριές. Έπρεπε οι γυναίκες του χωριού να κατεβάσουνε το μεζεδάκι ας πούμε και τα κρασιά, το ψωμί και όλα αυτά για να γίνει η διασκέδαση μες στην πλατεία. Και ο χορός ήτανε βέβαια πια το καλύτερό μας! Με τους νεαρούς και… Εν τω μεταξύ γινότανε και… Οι Αγερσανιώτες ερχότανε κι αυτοί εδώ και ανταποδίδανε ας πούμε την παρουσία στα χωριά. Είχαμε έτσι ένα κύκλο, τα τρία χωριά. Το Γλυνάδο ήταν λίγο πιο απόμακρο. Δεν είχαμε με αυτούς. Και περνούσε μια ωραία Αποκριά. Την άλλη μέρα Καθαρή Δευτέρα πηγαίνανε κάπου, κάπου σε εξοχή. Παραθαλάσσιο να πούμε. Μέχρι το Καστράκι, μέχρι το Αλυκό έτσι. Ήτανε τότε με τα φορτηγά. Όποιος έβγαινε με τρακτέρ, έλεγε: «Πάμε κι εμείς». Δεν είχαμε τα αυτοκίνητά μας και την πολυτέλεια να πεις ότι θα πάμε σε μια ταβέρνα να κάτσουμε να ακούσουμε. Σε εξοχές. Ακόμα συνεχιζόταν και την Καθαρά Δευτέρα το γλέντι.

Την Αποκριά βάζαμε και στα δικά μας τα σπίτια τις τσαμπούνες. Την τελευταία εβδομάδα, την προτελευταία, Κρεατινή και Τυρινή βδομάδα κάνανε και στα σπίτια όσες είχανε μεγάλη σάλα κι έτσι θέλανε να καλέσουνε τους φίλους, τους γνωστούς και έτσι. Αλλά όχι να με φαγιά και τέτοια. Μόνο με διασκέδαση. […]

Τότε στη δική μου ηλικία σαν παιδί δε ντυνόμασταν οι κοπέλες. Ντυνότανε μόνο τ΄ αγόρια. Μετά ξεκινήσανε και ντυνότανε και τα κορίτσια με Αμαλίες ας το πούμε, έτσι με την παραδοσιακή στολή. Και ήταν έτσι πολύ όμορφο και αυτό που ντυνότανε και τα κορίτσια. Έδινε έτσι μια πιο πλούσια μορφή η γιορτή. Στη δική μου εποχή δεν ντυνόμασταν εμείς. Ήτανε μόνο τ΄ αγόρια. Εμείς ήμαστε του χορού. Να μας καλέσουνε ο Κορδελάτος, να μας χορέψει, να χορέψουμε, να διασκεδάσουμε στην πλατεία. Αυτά. Ωραίες εποχές.

[…]

Οι κορδελάτοι ήταν ανύπαντροι ή και παντρεμένοι;  

Και από τα δυο. Και μικροί και μεγάλοι. Ανάλογα. Όποιος είχε το κέφι να ντυθεί, ντυνότανε. Μέχρι το πολύ πολύ 40 χρονών οι άντρες. Από 20 μέχρι 40. Και από εικοσιπεντάρηδες ξέρω γω μέχρι σαραντάρηδες, είχε μια ποικιλία μέσα. Οι πιο παλιοί ντυνότανε και μεγάλοι. Και πενηντάρηδες.