Το Πάσχα στην Κέρκυρα είναι πάρα πολύ γνωστό. Τότε το γιορτάζατε με τον ίδιο τρόπο;

Το Πάσχα στην Κέρκυρα, όχι, δεν το γιορτάζαμε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο αλλά περίπου με τον ίδιο τρόπο. Εγώ αυτό το Πάσχα που γνώρισα που γιορτάζεται, είδες, το Πάσχα έχει τους Επιταφίους, έχει το να πάμε στην εκκλησιά, οι Επιτάφιοι και τέλος πάντων το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ είναι η Ανάσταση. Τότε είχαμε κάποια έθιμα. Είδες που λέμε ότι τρώμε αρνί το Πάσχα; Τρώμε αρνί το Πάσχα αλλά τώρα πηγαίνεις εις την μπουτίκ κρεάτων και αγοράζεις ένα κομμάτι αρνί και το τρως, το κάνεις όπως θέλεις: το σουβλίζεις ή το βάζεις στο φούρνο. Τότε το αρνί  το αγοράζαμε ζωντανό. Ο χώρος στον οποίο αγοράζαμε τα αρνιά ήταν η πλατεία Σαρόκο. Μιλάω για την πόλη που γιατί εγώ στην πόλη έζησα. Και η πλατεία Σαρόκο δεν ήταν όπως είναι τώρα που έχει και σιντριβάνι και διάφορα, όχι, χώμα ήτανε κάτω. Και εκεί ερχόντανε άνθρωποι από τα χωριά και φέρνανε πρόβατα, κατσίκια και τα πουλάγανε. Πήγαινες, λοιπόν, εσύ εκεί-ο πατέρας σου βέβαια- και αγόραζε ένα αρνί. Το έφερνε εις το σπίτι και το Μεγάλο Σάββατο το πρωί θα ερχότανε αυτός που θα το έσφαζε το αρνί, ο μακελάρης, και θα είχαμε το αρνί για να το φάμε την άλλη μέρα. Όμως εδώ γινότανε το εξής, θα σου πω μία προσωπική μου εμπειρία. Είχανε φέρει στο σπίτι ένα αρνί, εμείς εκεί που μέναμε είχαμε και κήπο γύρω-γύρω. Εφέρανε το αρνί και εγώ έκανα πανηγύρι: «Τι ωραίο το αρνί, τι ωραίο το αρνί!», το ‘βαζα και έτρωγε όλες τις τσίμες από τις τριανταφυλλιές της μάνας μου. Η μάνα μου κυνηγούσε να με βαρέσει γιατί χάλαγα τις τριανταφυλλιές, αλλά εγώ το αρνί το αγάπησα. Και όταν έμαθα ότι θα ‘ρθει ο μακελάρης να το σφάξει, μου ‘ρθε κακό. Με το που μπαίνει στο σπίτι, λοιπόν, Μεγάλο Σάββατο πρωί αυτός, του ρίχτηκα απάνω-ήμουνα ο μισός από σένα- και πήγα να τον εσταματήσω, να τον εχτυπήσω μη μου σφάξει το αρνί. Εντάξει, αυτή ήτανε και η τελευταία φορά που πήραμε και ζωντανό αρνί στο σπίτι γιατί από εκεί και πέρα λυπόντανε εμένα που έκλαιγα, και σου λέει: «Δε θα ξαναπάρουμε αρνί». Πάντως, το αρνί όταν το σφάζανε, του βγάζανε το δέρμα, την προβιά και η προβιά ήτανε η αμοιβή του μακελάρη, του δίνανε και κάτι άλλα. Εκτός αν ήθελες να την κρατήσεις την προβιά την οποία την καλάμωνες, δηλαδή έβαζες καλάμια, την τέντωνες, την άφηνες στον ήλιο και στη συνέχεια την χρησιμοποιούσανε στο σπίτι για να το πατούνε σαν χαλάκια, σαν κουρελούδες, ένα τέτοιο πράγμα. Και με το αίμα του αρνιού κάνανε σταυρούς κόκκινους εις την εξώπορτα, είναι κάτι το οποίο ανάγεται στις παραδόσεις-εκδηλώσεις του Πάσχα που φτάνουν μέχρι την εποχή του Μωυσή και την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο. Λοιπόν, κάναμε αυτό.