Επειδή η Σκόπελος εδώ έχει πάρα πολλά πεύκα,  κόβανε τότε τα ξύλα,  τα φέρνανε εδώ στους ταρσανάδες, εδώ που είναι τώρα το περίπτερο.  Εκεί ήτανε ταρσανάς, εκεί κάνανε τα καΐκια. Δουλεύανε, λοιπόν, ερχόντουσαν εδώ πέρα, τα σκίζανε τα ξύλα  και μετά αρχίζανε και κάνανε με τα ξύλα αυτά, καράβια ξύλινα. Και τα ρίχνανε μέσα.  Κι όταν ήταν να τα ρίξουν μέσα στη θάλασσα, φωνάζανε και τον παπά.  Κάναν αγιασμό, ρίχνανε και το καράβι μέσα και λέγανε «Και ο καπετάνιος στη θάλασσα».  Και ρίχναν και τον καπετάνιο στη θάλασσα.  Και ευχόντουσαν όλοι να έχει καλά ταξίδια το καράβι, γιατί όπως σας είπα έκανε μεγάλα ταξίδια τότε.  Μετέφερε δαμάσκηνα και ελιές και το κρασί μέχρι την Οδησσό πάνω, μέχρι τη Ρωσία. Έτσι για γούρι το ρίχνανε. Αφού ρίχνανε το καράβι μέσα, φωνάζανε «Άντε, και ο καπετάνιος στη θάλασσα». Βρέχανε και τον καπετάνιο, όπως βρέχανε το καράβι. Στα ρηχά, δεν τον ρίχνανε βαθιά. Εδώ το είχαν το καράβι έξω, το φτιάχναν στην ξηρά και βάζανε λοιπόν, κάτι ξύλα που γλιστρούσε πάνω, τα αλείβαν και με άλειμμα για να γλιστράει. Τα λέγανε φαλάγγια αυτά τα ξύλα. Και κερνούσαν εκεί και τσίπουρα και λουκούμια και λοιπά.