Πηγαίναμε στην εκκλησία να κοινωνήσουμε. Κάναμε γιορτή τα Χριστούγεννα και λέγαμε τα ποιήματα.  Και τότε ξέρεις τι κάναμε;  Όταν ήταν παραμονή Χριστουγέννων, πηγαίναμε και λέγαμε τα κάλαντα. Μαζεύαμε λεφτά και ήμασταν πολλά παιδάκια.   Μας δίναν οι κυρίες.  Και μετά εμείς πηγαίναμε και τα μοιράζαμε.  Όσα παιδάκια ήμασταν, όσα έπαιρνε το ένα, έπαιρνε και το άλλο.   Δεν μαλώναμε ποτέ γιατί ήταν και ένας πιο μεγάλος,  μία μαμά ή ένας αδερφός πιο μεγάλος,  που ήξερε και μας έβαζε. «Πόσα παιδάκια είστε;» «Τόσα.»  «Τόσα (θα πάρεις) εσύ. Τόσα εσύ.» Και μετά τα παίρναμε μέσα στο σακουλάκι που είχαμε και πηγαίναμε στα σπίτια μας.  Και μετά λέγαμε στις μαμάδες μας, γιατί δεν είχαμε και πολλά λεφτά, να πάμε να πάρουμε ένα παιχνιδάκι.  Και πηγαίναμε και παίρναμε ό,τι θέλαμε.  Ήταν πολύ ωραία! Και την Πρωτοχρονιά και τα Χριστούγεννα.

 

Ιστορία της κυρίας Τερέζας από τα κάλαντα που αντί για τρίγωνο είχε γουδί και που τα λεφτά τα είχαν δώσει σε σχολεία στην Ήπειρο

Θυμήθηκα, τώρα που είπε για τα κάλαντα, ότι όταν ήμουν σε πιο μεγάλη τάξη, πήγαινα στην τετάρτη ή στην πέμπτη δημοτικού.  Και τότε δεν είχε τριγωνάκι.  Εσείς θα έχετε τριγωνάκι, δεν έχετε;  Αυτό που λένε τα κάλαντα; Εγώ είχα ένα γουδάκι. Και δε σκέφτηκα να το φέρω! Και βγήκα.  Και μας είχανε πει από το σχολείο να πάμε, έτσι πολλά παιδάκια μαζί,  τα πούμε τα κάλαντα και ό,τι λεφτά μαζέψουμε, θα τα στέλναμε σε κάποια σχολεία στην Ήπειρο.  Εμείς πήγαμε με δυο-τρία άλλα παιδάκια, αλλά μετά βαρεθήκανε. Και πήγα μόνη μου σε πολλά σπίτια και τα έλεγα με το γουδάκι μου.  Και τότε μάζεψα, θυμάμαι, 160 δραχμές. Δεν είχαμε ευρώ τότε, είχαμε δραχμές (γέλια). Και τα πήγα στο δάσκαλο, κι ο δάσκαλος μαζί με τα άλλα που μαζέψανε τα άλλα παιδάκια, τα στείλανε σ’ ένα σχολείο στη Βόρεια Ήπειρο. Και μας στείλανε αυτά τα παιδιά, που τους είχαν στείλει κάποια χρήματα, μας στείλανε ένα μικρό γραμματάκι. Και μας γράφανε «Ευχαριστούμε πολύ που μας θυμόσαστε».