Σας λέγανε παραμύθια εδώ στη Μύκονο όταν ήσασταν μικροί;

Μας λέγανε παραμύθια, αλλά δεν μας λέγανε την Κοκκινοσκουφίτσα ας πούμε και τον κακό το λύκο. Μας λέγανε διάφορες ιστορίες που ήτανε του τόπου ας πούμε. Όπως ήταν οι Γιαλούδες, όπως ήταν ένας που είχαμε εμείς εδώ στο χωριό, για διάφορα φαντάσματα που βγαίνανε τα βράδια, στον Άγιο Παντελεήμονα. Θα σας πω όμως και μία εμπειρία δική μου, στον Άγιο Παντελεήμονα. Λοιπόν, υπήρχε μία ιστορία ότι βγαίνει ο Κ. Ο Κ. ήταν ένας τρελός της Μυκόνου, ο οποίος πέθανε και τον θάψανε στον Άγιο Παντελεήμονα. Εμείς λοιπόν παιδιά τον ακούγαμε. Εγώ έτυχε να είμαι ένα κορίτσι που δεν φοβότανε τη νύχτα, δεν φοβότανε ούτε τα φαντάσματα, ούτε αυτές τις ιστορίες που λέγανε. Δεν με πείθανε. Αλλά οι υπόλοιποι – επειδή έκανα εγώ την ατρόμητη -,  με κοροϊδεύανε, και θέλανε να δούνε αν όντως το λέω ή είμαι κιόλας. Λοιπόν, με κάτι συμμαθητές μου τότε στο δημοτικό, του Αγίου Παντελεήμονα, κάναμε το εξής κατόρθωμα. Πήραμε ένα καρπούζι μεγάλο, ανοίξαμε μία τρύπα, φάγαμε από μέσα το καρπούζι με ένα κουτάλι. Του ανοίξαμε δύο μάτια, το στόμα με δόντια, αυτιά και από κάτω μία μεγάλη – έτσι όπως το είχαμε κόψει, όπως το κόβουμε το καρπούζι πριν το κόψουμε-  από κει το είχαμε φάει, είχαμε ξύσει με μία πέτρα απ’ έξω το πράσινο. Το πήραμε λοιπόν, ήμαστε εγώ, το παλικάρι και άλλα δύο αγόρια. Την ημέρα του Αγίου Παντελεήμονα αποβραδίς που κάναμε το πανηγύρι, είχαμε συμφωνήσει να πάμε, να μπούνε τα αγόρια μέσα στον κήπο, να στήσουν αυτό το καρπούζι επάνω στον τοίχο και να του βάλουν ένα κερί από κάτω. Οπότε νόμιζες ότι βγαίνει φωτιά. Αφού ήμαστε συνεννοούμενοι λοιπόν, εγώ, ήμουνα απ’ έξω με τον μπαμπά μου και τη μαμά μου και τα αδέρφια μου, έπρεπε να βάλω τις φωνές και καλά για να το δει ο κόσμος! Πώς θα το ‘βλεπε; Δεν θα το βλέπανε όλοι. Μόλις είδα εγώ ότι το άναψαν το κερί και το στήσανε όλο, αρχίζω να φωνάζω: «Ο Κ.! Ο Κ.!» Ξεσηκώθηκαν όλοι από το πανηγύρι, όλοι οι άλλοι. Τρελάθηκαν όλοι! Ένας από αυτούς είχε μία καραμπίνα. Παίρνει την καραμπίνα… Μπάπ! «Πάει ο Κ.» Εγώ, εν τω μεταξύ, εξαφανίστηκα μέσα στα χωράφια γιατί είχα σκάσει απ’ τα γέλια, και ψάχναν να με βρούνε. [γελάει] Εξαφανίστηκα! Πολλοί από τους παλιούς, αν υπάρχουν οι γιαγιάδες,  μπορεί να το θυμούνται κάποιοι αυτό το γεγονός.

 

(…) Η διασκέδασή μας ήταν να κάνουμε τέτοιες σκανταλιές. Να κοροϊδεύουμε τους μεγάλους. Από τέτοιες σκανταλιές κάναμε πολλές. Κάναμε τα κουβαδάκια. Τα στήναμε πάνω απ’ τις πόρτες, βάζαμε ένα σκοινί σε ένα καρφί ή αν είχανε τα σπίτια απ’ έξω παλούκια που λέγανε. Δέναμε λοιπόν ένα σκοινί, και ένα μικρό κουβαδάκι το γεμίζαμε με νερό, αλλά αφήναμε ένα σκοινί να κρέμεται λίγο. Οπότε, ο άλλος έκανε έτσι για να φύγει το σκοινί, κουνιόταν το κουβαδάκι και τον έλουζε. Εγώ έχω κάνει πολλές πλάκες στη ζωή μου,  έχω κάνει πάρα πολλές πλάκες στη ζωή μου! Κι ακόμα. (…)

Μετά κάναμε τον παπά. Ντυνόταν ένας παπάς, με ένα πουκάμισο. Υποτίθεται ότι ο άλλος θα καθότανε να εξομολογηθεί. Έπαιρνε το μανίκι απ’ το πουκάμισο και το ‘βαζε στο στόμα του να εξομολογηθεί. Ο παπάς είχε μες στο στόμα του νερό ή αλεύρι. Πού! Φτού! Τέτοια παιχνίδια είχαμε. Η διασκέδασή μας αυτή ήτανε.