Ήρθε ξαφνικά. Ένα πρωί ακούσαμε εμβατήρια στο ραδιόφωνο και μετά –μιλάω για την Κέρκυρα, έτσι;- μαζέψανε πολύ κόσμο και τον πήγαν στο Φρούριο. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν άνθρωποι οι οποίοι –εντός εισαγωγικών, όχι απαραίτητα όλοι- είχανε σχέση με την λεγόμενη αριστερά την εποχή αυτή. Δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν απαραίτητα κομμουνιστές, ήτανε άνθρωποι οι οποίοι είχανε ορισμένες ιδέες διαφορετικές από αυτές που μιλάγανε οι συνταγματάρχες, για μια εθνική ενότητα. Αυτό που μου χαμε την εποχή αυτή την μεγαλύτερη εντύπωση είναι ότι σηκώσανε και πήγανε τον μπάρμπα Μήτσο τον Βαρότση, ο οποίος ήτανε 91 χρονών και ο οποίος ήτανε αριστερός, τον συλλάβανε και τον πήγανε στο Φρούριο με μία πολυθρόνα, γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει. Σηκωτό, με μία πολυθρόνα στην οποία βάλανε και δοχείο γιατί δεν είχε τη δυνατότητα να πηγαίνει στην τουαλέτα. Μαζί με αυτόν μαζέψανε πάρα πολλούς, μετά τους ξεχωρίσανε και τους πήγανε στα νησιά. Εμείς εδώ, σαν πολίτες, άλλη διαφορά από το ότι θα ‘πρεπε να προσέχουμε τι μουσική ακούμε και τι λέμε – εκτός κι αν είχαν πάρει κάποιον γνωστό μας ή κάποιον συγγενή μας στη φυλακή- δεν μπορώ να πω ότι είχαμε. Εγώ μπορώ να πω ότι βίωσα, είδα ότι ήρθανε και μαζέψανε από την πολυκατοικία που έμενα 2-3 ανθρώπους και τους κλείσανε στο Φρούριο, μετά αυτούς τους αφήσανε ελεύθερους και το ίδιο και τον γέροντα τον 90χρονο, τον στείλανε πίσω στο σπίτι του… στην καθημερινότητά μας, άλλες αλλαγές πέρα από το ότι έπρεπε να προσέχουμε τι λέμε και τι μουσική ακούμε και τι βιβλία διαβάζουμε και τι εφημερίδα διαβάζουμε, δεν είχαμε. Τα περισσότερα ήταν στις μεγάλες πόλεις, στα κέντρα των πόλεων και τους ανθρώπους τους οποίους πήγανε στα  νησιά για όσο χρονικό διάστημα τους πήγανε.