Πώς επικοινωνούσατε;

Με γράμμα! Με γράμματα. Γράφαμε ο ένας στον άλλον. Ή αν ήμασταν στα χωριά και θέλαμε να πάμε να φωνάξουμε κάποιον δικό μας, βγαίναμε έξω και φωνάζαμε: «Μαρίαααα». Φωνάζαμε, είχαμε δυνατή φωνή. Και φωνάζαμε, και εντάξει, ήταν και τα σπίτια μας δύο-τρία χιλιόμετρα το καθένα και ακούγανε. Ή παίρναμε ένα πανί, ένα κόκκινο πανί, λευκό και ανεβαίναμε, -είχαμε ένα βουνό εμείς εδώ ψηλό-, και το στήναμε επάνω το πανί αυτό, το ανεμίζαμε, ή το αφήναμε εκεί κρεμασμένο και καταλάβαινε η αδερφή μου ότι η μαμά μου ήθελε να τη φωνάξει να ‘ρθει εδώ, να ‘ρθει στο σπίτι. Δεν βάζαμε καπνό [γελάει].

 

Ρώτησαν επίσης αν υπήρχαν τηλέφωνα τότε;

 

Όχι. Δεν υπήρχανε. Υπήρχανε στις πόλεις, ένα τηλέφωνο στο καφενείο πιθανόν, αλλά στα σπίτια δεν υπήρχαν τηλέφωνα. Μετά το ‘65, ‘70 ξεκινήσαν τα τηλέφωνα να μπαίνουν στα σπίτια, σε απομακρυσμένες περιοχές δηλαδή. Και στις πόλεις είχανε ένα τηλέφωνο στο καφενείο, στον καφενέ.