Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε 2 αδέλφια. Ο ένας, λοιπόν, δούλεψε, έκανε πλούτη, πολλά πλούτη. Τους είχε αφήσει ο πατέρας τους ένα μικρό οικόπεδο και το ‘χανε μοιράσει. Έχτισε, λοιπόν, ο πλούσιος μια πολυκατοικία στο οικόπεδο, έχτισε και ο φτωχός ένα σπιτάκι μικρό και μπήκε με την οικογένειά του μέσα- είχε και ο άλλος οικογένεια βέβαια- και κάθε βράδυ να τραγουδάει με τα παιδιά, να χορεύουν με τα παιδιά, να γλεντάνε με τα παιδιά…! Ο πλούσιος τα άκουγε από πάνω, λέει στη γυναίκα του μια μέρα: «Βρε γυναίκα, εμείς έχουμε τόσα πλούτη και δεν μπορούμε να γλεντήσουμε, δεν μπορούμε να τραγουδήσουμε, δεν μπορούμε; Κάνεις- λέει μια δουλειά;», λέει: «Τι;». «Πας να πεις στον αδερφό μου να ‘ρθει απάνω;» Κατέβηκε λοιπόν η γυναίκα και λέει: «Σε θέλει ο αδερφός σου, να ανεβείς απάνω.» Ανέβηκε απάνω, λέει: «Έλα αδερφέ, καλησπέρα- ήταν βράδυ- τι θες;», λέει: «Κάτσε να τα πούμε. Πώς τα περνάς;» «Κούραση πολλή, κουράζομαι πολύ, έχω οικογένεια». Λέει: «Ξες αδερφέ, θα σου δώσω 100 χιλιάδες να κάνεις μια επιχείρηση». «Μα έτσι;». «Ναι, εγώ θα σου δώσω 100 χιλιάδες να κάνεις μια επιχείρηση». Λέει: «Ευχαριστώ αδερφέ», τον ευχαρίστησε, κατεβαίνει κάτω, λέει: «Γυναίκα- και τα παιδιά-! Μου ‘δωσε 100 χιλιάδες να κάνω μια επιχείρηση, να σκεφτούμε τι επιχείρηση θα κάνουμε!» Το βράδυ ούτε γλέντια, ούτε χορό, ούτε τραγούδια, ούτε τίποτα, να σκεφτούνε τι επιχείρηση θα κάνουνε. Περνάει το ένα βράδυ, περνάει το δεύτερο, περνάει το τρίτο… τίποτα, ησυχία. Ακούει λοιπόν ο αδερφός, λέει: «Αυτοί ησυχάσανε, τους δώσαμε 100 χιλιάδες και σταματήσανε και τα αυτά και όλα». Το τέταρτο βράδυ, παίρνει τα λεφτά ο αδερφός του και ανεβαίνει πάνω, λέει: «Αδερφέ, πάρε τα λεφτά σου και καν’ τα ό, τι θέλεις, εγώ με φτάνουν αυτά που έχω και την οικογένειά μου» και ξανάρχισε τα γλέντια, ξανάρχισε τα τραγούδια και βρήκε την ευτυχία του, γιατί ο πλούσιος με τα χρήματα δεν την είχε την ευτυχία του. Λοιπόν, τα χρήματα δεν φέρνουνε ευτυχία.