Εσείς δουλεύατε τότε;

Βέβαια! Όλοι δουλεύανε! Μικροί, μεγάλοι. [γελάει] Δεν είχαμε εργοστάσια, ούτε επιχειρήσεις τουριστικές, αλλά δουλεύαμε στα κτήματα, στους αγρούς. Το πρωί σηκωνόμαστε – εγώ θυμάμαι – ο μπαμπάς μου μας σήκωνε στις 04.00 η ώρα το χειμώνα να πάμε να σπείρουμε με το αλέτρι και τις αγελάδες, να σπείρουμε το σιτάρι. Εγώ έσκαβα γύρω-γύρω, εκεί που δεν μπορούσαν να πάνε οι αγελάδες, έσκαβα. Και μετά στις 07.30 ώρα έπρεπε να πάρω την τσάντα μου και να πάω στο σχολείο με τα πόδια, στο Μαράθι, να κάτσω ως το μεσημέρι, απόγευμα. Μας δίναν και συσσίτιο γιατί τότε δεν είχαμε και ένα σάντουιτς ή ένα τοστ μαζί μας, και μας έδινε στο σχολείο γάλα σκόνη, ένα κομμάτι τυρί και ψωμί και τρώγαμε κατά τις 11-12 η ώρα και συνεχίζαμε. Τα σχολεία εδώ τότε στη Μύκονο ήταν το Μαράθι και ήταν μονοτάξιο. Είχαμε ένα σχολείο, το Μαράθι, ένα στη χώρα, αυτό που είναι και σήμερα  το σχολείο και στην Άνω Μερά ένα. Ήταν δηλαδή μονοτάξιο, εννοούσα ήταν από την Πρώτη μέχρι την Έκτη στην ίδια αίθουσα. Κάναμε όλοι μαζί μάθημα. Ερχόταν η δασκάλα μία-μία τάξη – αφού τελείωνε με την Πρώτη – ερχότανε και εξέταζε τη Δευτέρα, την Τρίτη, την Τετάρτη, αναλόγως. Το χειρότερο ήταν ότι όταν γυρίζαμε στο σπίτι έπρεπε να κάνουμε κάποιες δουλειές όλο το απόγευμα: να πάμε στα κτήματα, στα χωράφια, να δουλέψουμε. Και όταν νύχτωνε, άναβε η μαμά τη λάμπα και διαβάζαμε μετά τις εννιά το βράδυ μέχρι όσο πέφταμε πάνω στο τετράδιο να κοιμηθούμε. Και το πρωί πάλι έπρεπε να κάνουμε ορισμένες δουλειές και μετά να πάμε σχολείο.