Πώς διασκεδάζατε; Κάνατε συχνά γιορτές;

Να αρχίσω από το σχολείο: γιορτές κάναμε τα Χριστούγεννα, πολύ ωραίες γιορτές, 25η, 28η Οκτωβρίου, των Τριών Ιεραρχών, δεν είχαμε τότε σχολείο. Έλεγαν πολύ λίγα ποιήματα των Τριών Ιεραρχών αλλά είχαμε και ομιλίες, μας μιλούσε ένας δάσκαλος. Αποκριές τότε δεν κάναμε γιορτή όπως κάνουνε τώρα, γίνονται διάφορα πάρτι στο σχολείο. Επίσης, αν θεωρείται-εγώ τη θεωρώ γιορτή- ήταν και οι γυμναστικές επιδείξεις. Κάθε σχολείο ήθελε να δείξει ότι βγήκε πρώτο και προσπαθούσαν οι δάσκαλοι μας τότε-γιατί δεν είχαμε γυμναστές τότε- να κάνουμε ό, τι καλύτερες ασκήσεις μπορούσαν, αλλά και σύνθετες ασκήσεις, δηλαδή 3-4 παιδιά να παρουσιάζουν ένα σχήμα. Να είναι 3 κάτω, 1 από πάνω στις πλάτες, να σχηματίζουν ένα τρίγωνο. Μετά ήτανε οι χοροί, χορεύαμε τα κορίτσια. Ήταν οι αγώνες που γινότανε την ώρα των γυμναστικών επιδείξεων και φυσικά πρώτα-πρώτα που ήταν η γυμναστική, που κάναμε διάφορες ασκήσεις κανονικές: ανάταση, έκταση, πρόταση, επίκυψη. 

Στο σπίτι;

Να αρχίσω από τον παππού: επειδή τον έλεγαν Αντώνη, του Αγίου Αντωνίου ήταν ανοιχτά και του Αγίου Γεωργίου για τον πατέρα μου. Τη μάνα μου τη λέγανε Βασιλική, θέλοντας και μη το σπίτι ήταν ανοιχτό.

Τι εννοείτε το σπίτι ήταν ανοιχτό;

Την Πρωτοχρονιά υπήρχε ένα έθιμο, οι άντρες να γυρίζουν τα σπίτια και να χαιρετάνε, μόνο οι άντρες όμως. Και έτσι, το μεσημεριανό τραπέζι έβρισκε και το βραδινό, δεν ξεστρώναμε τραπέζι γιατί η μία επίσκεψη ήταν μετά την άλλη και ερχόνταν οι άντρες και-

Υπήρχε τόσο φαγητό για όλους;

Βεβαίως, βεβαίως. Η μάνα μου θυμάμαι έκανε την Πρωτοχρονιά ντουλμάδες και κρέας. Άλλες φορές το έκανε με μακαρόνια κοκκινιστό και άλλες φορές στον φούρνο ή παστίτσιο. Υπήρχε, υπήρχε. Μιλάω πάντοτε για το σπίτι μας. Ότι ο παππούς ήτανε γεωργός και είχε και πρόβατα, μπορεί να έσφαζαν και πρόβατα, αυτό δεν το θυμάμαι, οπότε υπήρχε αφθονία. Ή άλλη φορά, θυμάμαι τις Αποκριές, μαζευόμασταν όλοι στο σπίτι, δηλαδή ερχόντουσαν και τα αδέλφια της μάνας μου, παιδιά του παππού μου, άλλος την πρώτη Κυριακή, άλλος τη δεύτερη, άλλος την τρίτη… Να περάσουν όλοι από το σπίτι του πατέρα, νύφες και γαμπροί-εννοώ του παππού το σπίτι- και να χαιρετήσουν και θα ‘βρισκαν το τραπέζι στρωμένο. Κάθε φορά θυμάμαι ότι την τελευταία Κυριακή-όχι της Τυρινής, γι αυτό θα σας μιλήσω πιο μετά- των Απόκρεων, θα έκανε μακαρόνια με κρέας. Φυσικά θα είχε σαλάμια, θα είχε λούζες, θα είχε λουκάνικο απάνω σε αυτό το τραπέζι, θα είχε πηκτή… Όλα αυτά τα μεζεδάκια ήτανε από τα χοιροσφάγια που είπα πιο γρήγορα, τα είχαν κρατήσει. Τώρα πώς τα διατηρούσαν μη με ρωτάτε, δεν ξέρω. Το λουκάνικο και τη λούζα ξέρω, για την πηκτή δεν ξέρω γιατί τώρα το βάζουμε στο ψυγείο. Όπως επίσης έκαναν ομελέτες με τα σύγκλινα, αυτά ήταν μεζεδάκια γιατί αυτές τις μέρες θέλουν μεζέδες οι άντρες. Και η τελευταία Κυριακή μετά την Κυριακή των Απόκρεων, η άλλη βδομάδα λέγεται Τυρινή. Δεν τρώμε κρέας, είναι μια προετοιμασία για την Μεγάλη Σαρακοστή, δηλαδή θα φάμε: γαλατερά, ψαρικά, αυγό, όσπρια, ζυμαρικά… Θυμάμαι, θα ‘κανε η μάνα μου και κρέας για εμάς τα παιδιά, αλλά πάντοτε θυμάμαι τον μπακαλιάρο τον πλακί και τηγανιτό, ανάλογα, και το βράδυ επειδή εκείνη την εποχή έκαναν την Σαρακοστή οι άνθρωποι, το έκλειναν με αυγό το στόμα τους και έλεγαν: «όποιος αξιωθεί, να το ανοίξει το στόμα του πάλι με αυγό». Τι θα πει αυτό, έπαιρναν ένα αυγό οι άνθρωποι κόκκινο και πήγαιναν το βράδυ της Ανάστασης στην εκκλησία και όταν γυρνούσαν στο σπίτι μετά την εκκλησία, το ‘σπαζαν, το ‘κοβαν τεμαχισμένο και έλεγαν: «Χριστός Ανέστη!».