Παλιά τα πλοία πώς ήτανε από μέσα;

-Βαπόρια δεν είχαμε εμείς τα παλιά τα χρόνια. Τα ταξίδια γινόντουσαν με καϊκια. Και όταν είχε κακοκαιρία δεν μπορούσαν τα καϊκια να ταξιδέψουνε. Και τα εμπορεύματα όλα που φέρναν στα μπακάλικα, τα φέρναν με τα καϊκια. Τα βαπόρια έγιναν μετά. Και δεν πηγαίνανε στον Πειραιά τα καϊκια. Πηγαίνανε στο Λαύριο. 

Από που είστε;

 

Από το Συνετί. Ένα χωριό πίσω από αυτό το βουναλάκι. Όπως κοιτάτε από το σχολείο σας την εκκλησούλα απέναντι, μετά από το βουνό από πίσω, είναι ένα χωριό που λέγεται Συνετί.

 

Πώς ήταν το σπίτι σας;

Το σπίτι μας ήτανε πολύ παλιό, στο Συνετί.  Πέτρινο. Από πάνω η ταράτσα ήταν χωμάτινη. Είχε τζάκι στην κουζίνα το οποίο δούλευε μόνο με ξύλα που τα κόβαμε από τα χωράφια μας. Επάνω στην ταράτσα έχει ξυλοροφή. […] Και κάθε χρονιά υπήρχε μία διαδικασία που λεγόταν μπίλιασμα. Τι ήταν το μπίλιασμα;  Και κάθε χρόνο για να μην παίρνει νερό το σπίτι γιατί μέσα από το χώμα μπορούσανε να περάσουνε τα νερά υπήρχε μία διαδικασία για να το κάνουνε στεγανό.  Το μπίλιασμα. Μαζεύαμε κοκκινόχωμα από μια περιοχή που είχε κοκκινόχωμα, το απλώναμε αυτό το κοκκινόχωμα μαζί με το νερό, γινόταν λάσπη και το απλώναμε πάνω στην οροφή.  Και με ένα βόλι, με έναν κύλινδρο μαρμάρινο, τον πηγαίναμε πέρα δώθε τον κυλινδρο και το άπλωνε. Και συγχρόνως εμείς με γαλότσες, εμείς παιδιά τότε, θέλαμε να ανεβούμε στην οροφή και να το διασκεδάσουμε.  Πηγαίναμε και σπρώχναμε στις γωνίες εμείς.  Αυτό όταν ξεραινότανε, γινόταν στεγανό. Άντεχε για το χειμώνα, να μην μπαίνουν νερά.  Το καλοκαίρι με τον ήλιο έσκαγε.  Κάθε χρόνο το φθινόπωρο γινόταν το μπίλιασμα. Βέβαια καμιά φορά δεν πετύχαινε τόσο καλά το μπίλιασμα και είχαμε τις λεκάνες από κάτω  γιατί έσταζε