Γεννήθηκα στη Σκιάθο και στο σχολείο μας θα πω, πώς περνούσαμε. Ήμαστε στο Μπούρτζι.  Πηγαίναμε με το κρύο, φυσούσε αέρας,  δεν υπήρχε νερό, δεν είχαμε τηλέφωνα, τίποτα. Ούτε τάμπλετ να μιλήσουμε. Ούτε γλυκό να φάμε. Δεν είχαμε περίπτερα να πάρουμε μία σοκολάτα.  Τίποτα δεν υπήρχε.  Πρώτα από όλα, δεν είχαμε φως.  Ήμαστε στο σκοτάδι.  Ανάβαμε λάμπες στα σπίτια μας.  Μετά δεν είχαμε το νερό.  Δεν είχαμε κάτι για επικοινωνία.  Μία καμπάνα είχαμε μονάχα, του χωριού η καμπάνα.  Που χτυπούσε το πρωί γρήγορα-γρήγορα.  Σε κάθε περίπτωση είχε και διαφορετικό ήχο η καμπάνα αυτή.  Το πρωί χτυπάει «νταν νταν νταν νταν νταν».  Τρέχαμε για το σχολείο,  είναι 8 η ώρα.  Μαθαίναμε από κει ότι ήταν 8 η ώρα.  Ήταν μικρό το χωριό, ήταν τόσο μικρό.  Δεν ήταν έτσι όπως είναι τώρα, με βίλες και με πολλά σπίτια. Και την ακούγαμε την καμπάνα όλοι και τρέχαμε να προλάβουμε το σχολείο, να  μη μας κλείσει η δασκάλα έξω.  Και το μεσημέρι, πηγαίναμε στο σχολείο αφού λέγαμε την προσευχή, τα μαθήματα όλα, το μεσημέρι ήταν να χτυπήσει η καμπάνα 12 φορές. «Νταν νταν». Όλοι λέγαμε «είναι μεσημέρι». Και μαζευόταν στα σπίτια ο κόσμος, οι εργάτες από τα χωράφια, για να φάνε το φαγητό τους.  Όταν έπαιρνε καμία φωτιά,  τώρα έχουμε πυροσβεστική.  Δεν τα είχαμε αυτά τότε.  Χτυπούσε η καμπάνα και έτρεχαν ο κόσμος. «Φωτιά, Φωτιά!.  Με τους κουβάδες να σβήσουν, ένα σπίτι που καιγόταν.  Δεν είχαμε ούτε αυτοκίνητο, ούτε πυροσβεστική, τίποτα.  Δεν είχαμε να πάρουμε μία καραμέλα.  Μέσα στη Σκιάθο υπήρχαν μόνο 3-4 μπακάλικα, μαγαζιά. Τα λέγαμε μπακάλικα.  Από τα οποία, το ένα ήτανε δικό μας, του μπαμπά μου. Εκεί δεν έβρισκες να πάρεις τίποτε. Το μόνο γλυκό ήτανε τα στραγάλια με σταφίδες.  Αυτό ήτανε το γλυκό.  Τρέχαμε να πάρουμε τα στραγάλια.  Και ένας έφτιαχνε παγωτό.  Τρέχαμε να πάρουμε από ένα χωνάκι παγωτό  το μεσημέρι να δροσιστούμε.  Και όλα τα πράγματα τα πουλούσαν χωρίς πακέτα, όπως είναι τώρα. Τα μακαρόνια, η μανέστρα… ήτανε στα συρτάρια χύμα.  Φέρναν οι νοικοκυράδες πετσέτα.  Ούτε σακούλες νάιλον, ούτε μπουκαλάκια να πίνουμε νερό. Δεν υπήρχε αυτό το μπουκαλάκι. Πηγαίναμε στο σχολείο και δεν είχαμε νερό.  Βάζαν την πετσέτα οι μανάδες ή οι γιαγιάδες και έπαιρνε ο μπακάλης το ρύζι και έλεγες ας πούμε «Μισή οκά ρύζι, μισή οκά μακαρόνια». Και τα βάζανε στην πετσέτα,  να πάει να μαγειρέψει η μαμά στο σπίτι.