Τις απόκριες γιορτάζαμε εκείνα τα χρόνια πολύ ωραία. Ντυνόμαστε μασκαράδες, πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι και έκαναν τραπέζι όλο το βράδυ και καθόνταν.  Εγώ, μαθήτρια ερχόμουν από το Βόλο για να κάνω Απόκριες στη Σκιάθο.  Και λέγαν τα τραγούδια τα αποκριάτικα, τα ωραία. «Κάτω στο γιαλό, κατώ στο περιγιάλι» (…)  Λέγαν και τα παινέματα.  Πήγαιναν στα σπίτια και τραγουδούσανε «Σ’αυτό το σπίτι που ήρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει  κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει.  Σε αυτό το σπίτι που ήρθαμε τα ράφια είναι ασημένια, του χρόνου όταν ξανάρθουμε, να ‘ναι μαλαματένια».  Ας πούμε, αδερφός καλούσε τον αδερφό.  Η’ ένας φίλος τον φίλο.  Κάναν τα μεζεδάκια, κάθονταν εκεί, τρώγαν-πίνανε, σκωνόντανε, κάναν έναν χορό εκεί, γύρω-γύρω.  Πολλοί ντύνονταν μασκαράδες και πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και ανοίγαν την πόρτα. Πολλοί δε βγαίναν να δούνε ποιος είναι, κρυβόντανε.  Και τραγουδούσαν. Λέγαν τα τραγούδια τα αποκριάτικα.

(…)

Πρώτα, το Μέγα Σάββατο, οι νύφες  πήγαιναν στις πεθερές τα καλάθια με τα τρόφιμα και από πάνω η πετσέτα η άσπρη με τις δαντέλες.  Όπως και τα Χριστούγεννα, άμα γιόρταζε ο άντρας σου, πήγαινες το καλάθι με τα τρόφιμα και τα γλυκά στην πεθερά, την παραμονή. Ήταν έθιμο αυτό.